ΕΛΛΑΔΑ

Κόπωση στο «σπριντ» για το Σκοπιανό

ΒΑΣΙΛΗΣ ΝΕΔΟΣ

Οι υπουργοί Εξωτερικών Ελλάδας και ΠΓΔΜ, Νίκος Κοτζιάς και Νίκολα Ντιμιτρόφ, συνεχίζουν να εργάζονται για την εξεύρεση λύσης, ενώ, σύμφωνα με πληροφορίες, υπάρχει απευθείας δίαυλος επικοινωνίας μεταξύ των πρωθυπουργών των δύο χωρών.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Διαπραγματεύσεις και παράλληλες συνεννοήσεις σε πολλαπλά επίπεδα διεξάγονται γύρω από την ονοματολογική διαφορά Αθήνας και Σκοπίων, οι οποίες μετά τις πρόσφατες συνομιλίες των υπουργών Εξωτερικών Ελλάδας και ΠΓΔΜ Νίκου Κοτζιά και Νίκολα Ντιμιτρόφ στην Αχρίδα, παραμένουν καθηλωμένες. Αν και οι δύο πλευρές έχουν συμφωνήσει σχεδόν στο σύνολο των περιφερειακών ζητημάτων, τα κεντρικά θέματα, εν προκειμένω το «erga omnes» και η απολύτως συνδεδεμένη έννοια της συνταγματικής αναθεώρησης στην ΠΓΔΜ, παραμένουν στον αέρα.

Eνδειξη της «κόπωσης» που υπάρχει σε επίπεδο διαπραγμάτευσης είναι το γεγονός ότι οι επόμενες συναντήσεις των κ. Κοτζιά και Ντιμιτρόφ, οι οποίοι κρατούν την «μπαγκέτα» των διπλωματικών διαπραγματεύσεων ανάμεσα στις δύο χώρες, θα πραγματοποιηθούν στις αρχές Μαΐου. Και τούτο, ενώ οι τρεις προηγούμενες (Σκόπια, Βιέννη, Αχρίδα) πραγματοποιήθηκαν σε χρονικό διάστημα περίπου 20 ημερών. Πρακτικά, αυτό σημαίνει ότι έχει καταστρατηγηθεί το αρχικό, άτυπο χρονοδιάγραμμα, το οποίο προέβλεπε ολοκλήρωση των συνομιλιών στα τέλη Μαρτίου, ώστε να υπάρχει μια περίοδος ικανή για τις πολιτικές διαβουλεύσεις στο εσωτερικό Ελλάδας και ΠΓΔΜ. Στην περίπτωση της ΠΓΔΜ αυτό σημαίνει ότι μειώνεται ο χρόνος δυνατότητας διεξαγωγής δημοψηφίσματος (όπως όλες οι πολιτικές δυνάμεις στη γειτονική χώρα έχουν δεσμευθεί), εφόσον, βεβαίως, εξακολουθεί να θεωρείται ρεαλιστικός ο στόχος εξεύρεσης λύσης πριν από τη Σύνοδο του ΝΑΤΟ τον ερχόμενο Ιούλιο.

Η επιστολή Νίμιτς

Ανάμεσα στις δύο τελευταίες συναντήσεις, στη Βιέννη (30/31 Μαρτίου) και στην Αχρίδα (11/12 Απριλίου), οι δύο υπουργοί Εξωτερικών είχαν τον χρόνο και την ευκαιρία να μελετήσουν μια ταυτόσημη επιστολή που τους έδωσε ο προσωπικός απεσταλμένος του γ.γ. του ΟΗΕ Μάθιου Νίμιτς. Σύμφωνα με πληροφορίες, ο Aμερικανός διπλωμάτης, έμπειρος έπειτα από 20 χρόνια ενασχόλησης με την ονοματολογική διαφορά Ελλάδας - ΠΓΔΜ, φαίνεται να εκτιμά ότι οι δυνατότητες βελτίωσης των υφιστάμενων συνθηκών είναι περιορισμένες. Εν ολίγοις, φέρεται να θεωρεί ότι είναι η στιγμή για τις δύο πλευρές να προχωρήσουν παρακάτω και να συνομολογήσουν μια τελική συμφωνία.

Η επιστολή του κ. Νίμιτς δεν είναι ένα στεγνό τεχνικό και νομικό κείμενο, αλλά μάλλον κατευθυντήριες γραμμές, οι οποίες περιλαμβάνουν τις βασικές παραμέτρους μιας πιθανής λύσης. Η συγκεκριμένη ερμηνεία διαχρονικά δεν αρέσει στην Αθήνα, κυρίως διότι δεν επιθυμεί την ενεργό εμπλοκή του κ. Νίμιτς στις διαπραγματεύσεις, πέρα από τη διαμεσολάβησή του. Αλλωστε, οι επαφές που είχαν στο παρελθόν ο κ. Κοτζιάς με τον κ. Νίμιτς, είχαν πάντα μια κάποια δόση δυσκολίας.

Βέβαια, σε πολιτικό επίπεδο οι κ. Κοτζιάς και Ντιμιτρόφ εργάζονται για μια λύση την οποία στηρίζουν οι δύο πρωθυπουργοί των κυβερνήσεων σε Ελλάδα και ΠΓΔΜ. Ο Αλέξης Τσίπρας και ο Ζόραν Ζάεφ εμφανίζονται αποφασισμένοι να προχωρήσουν σε κάθε κίνηση που χρειάζεται, προκειμένου το συγκεκριμένο χρονίζον θέμα να λυθεί.

Ο καθένας, βέβαια, για διαφορετικούς λόγους. Ο κ. Τσίπρας προκειμένου να υπηρετήσει ενώπιον των Ευρωπαίων συναδέλφων του την εικόνα του πρωθυπουργού που «λύνει» εκκρεμότητες δεκαετιών. Ο κ. Ζάεφ, διότι θέλει να γίνει ο πρωθυπουργός που θα βάλει την ΠΓΔΜ στο ΝΑΤΟ και να δημιουργήσει τις συνθήκες για την εκλογή του στο αξίωμα στις επόμενες κάλπες. Η καλή «χημεία» των κ. Τσίπρα και Ζάεφ ήταν ορατή στη συνάντησή τους στο Νταβός στις 24 Ιανουαρίου, όπου πρακτικά εξουσιοδοτήθηκαν για διαπραγματεύσεις σε βάθος και εν τάχει, οι κ. Κοτζιάς και Ντιμιτρόφ. Σύμφωνα με ορισμένες πληροφορίες, υπάρχει απευθείας δίαυλος επικοινωνίας ανάμεσα στους δύο πρωθυπουργούς, παρότι έως τώρα έχει ενεργοποιηθεί λίγες φορές.

Στη βάση της πεποίθησης του κ. Τσίπρα ότι το Μακεδονικό πρέπει να διευθετηθεί, βρίσκεται η επί τα χείρω εξέλιξη των ελληνοτουρκικών σχέσεων. Ο κ. Τσίπρας όπως και ο κ. Κοτζιάς, εκτιμούν ότι το σύνολο των βαλκανικών εκκρεμοτήτων θα πρέπει να διευθετηθεί, προκειμένου η διπλωματική ενέργεια της χώρας να αφιερωθεί εκεί που υπάρχει το μεγαλύτερο πρόβλημα, στα ανατολικά της. Επίσης, μια διευθέτηση αυτών των εκκρεμοτήτων, η οποία θα επιτρέψει το άνοιγμα της ευρωπαϊκής προοπτικής της ΠΓΔΜ, αλλά και της Αλβανίας εν καιρώ, θα τερμάτιζε και έναν γύρο αστάθειας, ο οποίος οφείλεται εν πολλοίς στην προσπάθεια της Μόσχας να διατηρήσει την επιρροή της στην ευρύτερη περιοχή. Αλλωστε, μέρος της μίνι βαλκανικής περιοδείας του κ. Κοτζιά την προηγούμενη εβδομάδα ήταν και το Βελιγράδι.

To «blame game»

Η Σερβία, όπως είναι γνωστό, θεωρείται από την Ε.Ε. ως η χώρα που αποτελεί προτεραιότητα για την ένταξή της, όταν, προφανώς, δημιουργηθούν οι απαραίτητες προϋποθέσεις. Βέβαια, το ενδιαφέρον της Σερβίας δεν περιορίζεται μόνο στις παραδοσιακά καλές σχέσεις με την Ελλάδα. Στο Βελιγράδι υπάρχει αυθεντική ανησυχία για το αν η Αθήνα τελικά προτίθεται να αναγνωρίσει το Κόσοβο (συνολικά πέντε χώρες στην Ε.Ε. δεν το αναγνωρίζουν – Ελλάδα, Κύπρος, Ρουμανία, Σλοβακία, Ισπανία).

Στην περίπτωση της ΠΓΔΜ, εκείνο που ανησυχεί ήδη την Αθήνα είναι το «blame game», το οποίο πιθανότατα θα αρχίσει εφόσον οι διαπραγματεύσεις αποτύχουν. Γι’ αυτό και υπάρχει μια συνειδητή και εργώδης προσπάθεια να δημιουργηθούν συνθήκες συνέχισης των συνομιλιών με τα Σκόπια, ακόμη και αν η τρέχουσα, υπό τον κ. Νίμιτς, προσπάθεια για λύση της ονοματολογικής διαφοράς δεν ευοδωθεί. Σκοπός της Αθήνας είναι ακόμα και μετά τις αρχές Ιουλίου, να υπάρχει ένα σχήμα συνέχισης των συνομιλιών, ακόμα και σε ζητήματα χαμηλής πολιτικής.

Αυτός, άλλωστε, ήταν και ο σκοπός δημιουργίας των δύο επιτροπών εμπειρογνωμόνων, οι οποίες συζητούν για κοινές δράσεις στην ανώτατη εκπαίδευση, την τοπική οικονομία, την ενέργεια, την τεχνολογία, τη διασυνοριακή συνεργασία και τον πολιτισμό. Πρόκειται για τις ομάδες που συμφώνησαν στα περίφημα 10 από τα 14 σημεία τα οποία αποτελούν το σύνολο της διαπραγμάτευσης ανάμεσα σε Αθήνα και Σκόπια.

Ως προς τα δύσκολα σημεία («erga omnes», συνταγματική αναθεώρηση, ιθαγένεια, γλώσσα, ταυτότητα), η ελληνική πλευρά είχε, κατ’ αρχάς, να αντιμετωπίσει ένα εξαιρετικά εμπροσθοβαρές κείμενο που κατέθεσε ο κ. Ντιμιτρόφ λίγο πριν από την πρώτη συνάντησή του με τον κ. Κοτζιά στα Σκόπια, στις 22 και 23 Μαρτίου. Επρόκειτο για ένα κείμενο το οποίο περιείχε όλες τις βασικές, διαχρονικές θέσεις των κυβερνήσεων της ΠΓΔΜ, με τις πλέον μαξιμαλιστικές εκδοχές τους. Αυτό το κείμενο δεν βρίσκεται πλέον στο τραπέζι. Ωστόσο, κάποιες από τις βασικές θέσεις της ΠΓΔΜ παραμένουν απαράλλαχτες. Πρόκειται για το «erga omnes» και τη συνταγματική αναθεώρηση, την οποία η κυβέρνηση Ζάεφ θα προτιμούσε να αποφύγει για αμιγώς πολιτικούς λόγους. Και τούτο, παρότι στην πρόσφατη ψηφοφορία για την πρόταση δυσπιστίας που κατέθεσε η αντιπολίτευση, το αποτέλεσμα έδειξε ότι υπάρχει περιθώριο για αύξηση του αριθμού της πλειοψηφίας. Από τους 120 βουλευτές, μόνο οι 40 του VMRO-DPMNE ψήφισαν την πρόταση δυσπιστίας κατά της κυβέρνησης Ζάεφ.

Το «μπάι πας» στο δημοψήφισμα

Για την ελληνική πλευρά υπάρχει στο τραπέζι ένα βασικό σενάριο: Εκείνο της αναθεώρησης του Συντάγματος της ΠΓΔΜ προκειμένου η λύση να οδηγήσει αυτόματα σε αναγνώριση με τη νέα ονομασία, μέσα και έξω από τη γειτονική χώρα. Ωστόσο, η εντεινόμενη ρευστότητα σε διεθνές επίπεδο και η πρόθεση (κυρίως της Ε.Ε.) να αποκτήσει ένα «success story» στα Βαλκάνια, ίσως αυξήσει τις πιέσεις για επιστροφή σε ένα σενάριο το οποίο είχε προκριθεί και στην αρχή των διαπραγματεύσεων πριν από περίπου τέσσερις μήνες. Αυτό της έγκρισης μιας διεθνούς συμφωνίας που θα λειτουργεί ως εξασφάλιση αλλαγών εν ευθέτω χρόνω. Βασικό πλεονέκτημα μιας τέτοιας διεθνούς συμφωνίας είναι ότι παρακάμπτει τη δημοψηφισματική δοκιμασία αλλά και την ανάγκη αυξημένης πλειοψηφίας στη Βουλή της ΠΓΔΜ. Κάτι τέτοιο, βέβαια, θα ήταν πολιτικά εξαιρετικά δύσκολο στην Ελλάδα, με βάση, τουλάχιστον, τις τρέχουσες ισορροπίες.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ