ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Μετά τον ΕΦΚΑ, και οι οκτώ Τούρκοι στην κρίση του ΣτΕ

ΙΩΑΝΝΑ ΜΑΝΔΡΟΥ

Σύμφωνα με πληροφορίες της «Κ» από δικαστικές πηγές, στις επικείμενες διασκέψεις του Συμβουλίου της Επικρατείας που έχουν ήδη προσδιοριστεί το σύνολο του νόμου Κατρούγκαλου θα κριθεί ως προς τη συνταγματικότητά του.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Η διαφαινόμενη απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας να κηρύξει αντισυνταγματικό τον λεγόμενο νόμο Κατρούγκαλου, σε ό,τι αφορά τον ΕΦΚΑ που καταβάλλουν χιλιάδες ελεύθεροι επαγγελματίες, πυροδότησε –και πάλι– επικρίσεις για το ανώτατο δικαστήριο και επανέφερε ενστάσεις, από κυβερνητικής πλευράς, για αντιπολιτευτικές πρακτικές του. Δεν είναι, όμως, η πρώτη φορά που το ανώτατο δικαστήριο επικρίνεται για «άσκηση πολιτικής». Από τη δεκαετία του 1980 και αδιαλείπτως μέχρι σήμερα, η εκάστοτε κυβέρνηση, όταν νομοθετήματά της δεν άντεχαν τον έλεγχο συνταγματικότητας, εξαπέλυε επιθέσεις κατά των ανώτατων δικαστικών και στην πραγματικότητα αγνοούσε τις αποφάσεις του ΣτΕ.

Η επικείμενη απόφαση για τον ΕΦΚΑ, που αναμένεται να εκδοθεί σε λίγους μήνες –πληροφορίες που είδαν το φως και δεν διαψεύστηκαν, έκαναν λόγο για κήρυξη ως αντισυνταγματικών των σχετικών διατάξεων του νόμου– προκάλεσε αντιδράσεις. Δικαστικές πηγές αναφέρουν στην «Κ» ότι η απόφαση περί αντισυνταγματικότητας του ΕΦΚΑ, που σίγουρα θα προκαλέσει τριγμούς στο οικοδόμημα του λεγόμενου νόμου Κατρούγκαλου, μόλις εκδοθεί, αποτελεί μόνον ένα μέρος των πολλών και μείζονος σημασίας θεμάτων που κρίνονται αυτή την εποχή από το ΣτΕ.

Από κρησάρα οι μελέτες

Σύμφωνα με τις ίδιες πληροφορίες, στις επικείμενες διασκέψεις των ανώτατων δικαστικών, που έχουν ήδη προσδιοριστεί, το σύνολο του νόμου θα κριθεί ως προς τη συνταγματικότητά του. Δεν είναι τυχαίο άλλωστε, πως δικαστικοί με γνώση των σχετικών διαδικασιών, έκαναν λόγο πως η περίπτωση του ΕΦΚΑ δεν είναι το σημαντικότερο από τα θέματα που απασχολούν το ανώτατο δικαστήριο.

Η επάρκεια των μελετών πάνω στις οποίες στηρίχθηκε όλο το οικοδόμημα του νόμου, αλλά και το κρίσιμο για εκατοντάδες χιλιάδες συνταξιούχους ζήτημα του καθορισμού του ύψους των συντάξεών τους αποτελούν, μεταξύ άλλων, τα πλέον κρίσιμα θέματα που θα κριθούν από την Ολομέλεια.

Είναι προφανές, πως ενδεχόμενη απόφαση που θα έκρινε αντισυνταγματικές σημαντικές ρυθμίσεις, και ως εκ τούτου, θα ακύρωνε βασικές κυβερνητικές επιλογές, θα προκαλέσει ανατροπές με συνέπειες ευρείας κλίμακας στο οικονομικό πεδίο –και όχι μόνο– που θα πρέπει να αντιμετωπιστούν.

Ωστόσο, η κριτική, που παγίως ασκείται από κάθε κυβέρνηση, όταν κρίνονται απο το ΣτΕ αντισυνταγματικοί νόμοι και οι αιτιάσεις για «αντιπολίτευση διά των δικαστικών αποφάσεων» αποτελούν μόνιμη επωδό τις τελευταίες δεκαετίες. Αποφάσεις που είχαν προκαλέσει αντιδράσεις και σε ορισμένες περιπτώσεις πολιτικό σάλο, όπως εκείνη για τις ταυτότητες το 2001, κατά καιρούς υπήρξαν πολλές. Δεκάδες αφορούσαν θέματα περιβάλλοντος, κάνοντας έξω φρενών τους αρμόδιους υπουργούς, και άλλες, όπως εκείνες που ακύρωσαν τον νόμο για τον συντελεστή δόμησης, είχαν προκαλέσει ανατροπές και πολιτικές αντιπαραθέσεις. Επίσης, πιο πρόσφατα, ενδεικτικές είναι οι αποφάσεις της Ολομέλειας του ΣτΕ, επί κυβερνήσεως Σαμαρά, που έκριναν αντισυνταγματικές τις μειώσεις στις αποδοχές χιλιάδων ενστόλων, προκαλώντας –και τότε– αντιδράσεις από κυβερνητικής πλευράς, αλλά και εκείνες που έκριναν αντισυνταγματικές τις μειώσεις στις συντάξεις που είχαν επιβληθεί, τότε, με τα μέτρα δημοσιονομικής προσαρμογής.

Βεβαίως, το ανώτατο δικαστήριο έχει μακρά παράδοση συνταγματικής ισορροπίας και αίσθηση της πραγματικότητας, κρίνοντας δεκάδες νόμους κάθε φορά ως συνταγματικούς, πλην εκείνων για τους οποίους αποφασίζει το αντίθετο, όπως συνέβη με την πολυσυζητημένη απόφαση για τις τηλεοπτικές άδειες, που πράγματι ματαίωσε βασική κυβερνητική επιλογή.

Τα όρια της κριτικής

Αντιπολιτεύεται, όμως, πράγματι το ΣτΕ, ή εκ του θεσμικού του ρόλου είναι υποχρεωμένο να κρίνει τη συνταγματικότητα των νόμων; Οι ίδιοι οι ανώτατοι δικαστικοί –και όχι μόνον– απαντούν πως «αλίμονο για τη δημοκρατία και για τα δικαιώματα των πολιτών και δη των αδυνάτων, να μην έκρινε το Δικαστήριο τη συνταγματικότητα των νόμων». Οσοι παρακολουθούν χρόνια τη δραστηριότητα του Δικαστηρίου, εκτιμούν με ψυχραιμία τη συμμετοχή του στον δημόσιο βίο, χωρίς ωστόσο να παραγνωρίζουν πως κατά καιρούς υπάρχουν πολλές αποφάσεις του που δικαίως έχουν προκαλέσει αντιδράσεις.

Αλλο, όμως, η κριτική των αποφάσεων που είναι απαραίτητη και ευπρόσδεκτη και από τους ίδιους τους ανώτατους δικαστικούς και άλλο οι βολές εναντίον του Δικαστηρίου με τρόπο, μάλιστα, ατεκμηρίωτο. Τελευταία το θέμα αυτό, λόγω των αυξανόμενων επιθέσεων που δέχεται το ανώτατο δικαστήριο, έχει απασχολήσει έντονα τον νομικό κόσμο. Πρόσφατα, έγιναν πολλές δημόσιες συζητήσεις με τη συμμετοχή νομικών, συνταγματολόγων και δικαστικών σε επιστημονικές ημερίδες και δικαστικά συνέδρια, ενώ δεν είναι λίγες οι φορές που οι δικαστικές ενώσεις, και του ΣτΕ, έχουν κατά κόρον επικρίνει τις ατεκμηρίωτες επιθέσεις εναντίον του Δικαστηρίου και της Δικαιοσύνης συνδέοντάς τες με επιχειρήσεις κατά της δικαστικής ανεξαρτησίας. Ενόψει της επικείμενης συνταγματικής αναθεώρησης, άλλωστε, δεν είναι λίγοι εκείνοι που εκτιμούν ότι θα υπάρξουν προτάσεις για περιορισμό των αρμοδιοτήτων του Δικαστηρίου, με ό,τι αυτό μπορεί να συνεπάγεται για το ίδιο το πολίτευμα και τους δημοκρατικούς θεσμούς.

Πάντως, το Συμβούλιο της Επικρατείας, που βρέθηκε για μία ακόμη φορά στο επίκεντρο με την επικείμενη απόφασή του για τον ΕΦΚΑ, το αμέσως επόμενο διάστημα αναμένεται πέραν του νόμου Κατρούγκαλου να αποφανθεί και για άλλα σημαντικά θέματα, όπως εκείνο με την παροχή ή μη ασύλου στου οκτώ Τούρκους στρατιωτικούς, θέμα που έχει προκαλέσει τριγμούς, μεταξύ άλλων, στις ελληνοτουρκικές σχέσεις. Επίσης, με ενδιαφέρον αναμένεται η απόφαση του Δικαστηρίου για το θέμα με τον μουφτή στη Θράκη, ενώ σημαντική θα είναι και η απόφασή του για την κρατικοποίηση του Οργανισμού Αστικών Συγκοινωνιών της Θεσσαλονίκης και πολλές άλλες.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ