ΕΤΙΚΕΤΕΣ: Ιστορία

Με το παρόν άρθρο, όπως και το επόμενο που θα επακολουθήσει την προσεχή Κυριακή, επιχειρείται μια συνοπτική αναφορά στην πορεία και στη γενικότερη προσφορά της ΔΕΗ στη χώρα μας, από της ιδρύσεώς της το 1950, ως κρατικό μονοπώλιο, μέχρι τη μετατροπή της σε ανώνυμη εταιρεία το 1999. Η πρώτη ηλεκτρική εγκατάσταση στην Ελλάδα τέθηκε σε λειτουργία το 1889. Αφορούσε τον ηλεκτροφωτισμό του κέντρου των Αθηνών και των Ανακτόρων. Εάν ληφθεί υπόψη ότι μόλις το 1882 πραγματοποιήθηκε η πρώτη διεθνώς δημόσια ηλεκτρική εγκατάσταση (ηλεκτροφωτισμός της Pearl Street, Ν. Υόρκη) και μετά 2-3 χρόνια ανάλογες εγκαταστάσεις σε ευρωπαϊκές μεγαλουπόλεις (Βερολίνο, Λονδίνο κ.α.), μπορεί να θεωρηθεί ότι η χώρα πρωτοπόρησε στον τομέα αυτό, κάτι που σχετίζεται με το εκσυγχρονιστικό πρόγραμμα του Χαρ. Τρικούπη.

Η επέκταση σε άλλες μεγάλες πόλεις της χώρας ήταν ραγδαία, ώστε κατά την επόμενη δεκαετία να έχουν ηλεκτροφωτιστεί έξι πόλεις: Πειραιάς, Ερμούπολη, Χαλκίδα, Καλαμάτα, Αργοστόλι και Πάτρα, όπου μάλιστα τέθηκε σε λειτουργία και η πρώτη ηλεκτρική εγκατάσταση τροχιοδρόμων (τραμ). Η ανάπτυξη συνεχίστηκε σχετικά αργά κατά τις επόμενες δύο δεκαετίες, αλλά προχώρησε ταχύτατα μετά τον τερματισμό της εμπόλεμης περιόδου 1912-22: οι ηλεκτροδοτούμενοι οικισμοί από 21 το 1918 ανήλθαν σε 242 το 1929 και σε 390 το 1939. Βέβαια, οι εφαρμογές του ηλεκτρισμού περιορίζονταν στον ηλεκτροφωτισμό οδών και κατοικιών καθώς και στην ηλεκτροκίνηση εργοστασίων. Μόνο μετά το 1930 άρχισε η χρήση οικιακών συσκευών.

Σημαντικό γεγονός αποτέλεσε η ανάθεση της ηλεκτροδότησης των Αθηνών-Πειραιώς στην αγγλικών συμφερόντων εταιρεία Power and Τraction –Ηλεκτρική Εταιρεία Αθηνών-Πειραιώς (ΗΕΑΠ)– το 1926, η οποία κάλυψε τις ταχέως αυξανόμενες ανάγκες με την κατασκευή νέων εγκαταστάσεων. Οι επαρχιακές πόλεις συνέχισαν να ηλεκτροδοτούνται κυρίως από ιδιωτικές ελληνικές εταιρείες, με κύριο χρηματοδότη την Εθνική Τράπεζα.

Σύμφωνα με την τότε εφαρμοζόμενη τεχνολογία, οι εγκαταστάσεις περιλάμβαναν έναν σταθμό παραγωγής και γύρω από αυτόν ένα μικρό δίκτυο διανομής, που εκτεινόταν μέχρι τα όρια των αντίστοιχων οικισμών. Μέχρι περίπου το 1920, χρησιμοποιούνταν ατμομηχανές που λειτουργούσαν με εισαγόμενο λιθάνθρακα, στη συνέχεια όμως επικράτησε η χρήση πετρελαιομηχανών, ενώ η αξιοποίηση των υδατοπτώσεων μέχρι το 1950 ήταν περιορισμένη. Την κατασκευή και εκμετάλλευση των εγκαταστάσεων ηλεκτροδότησης εντός ορισμένης περιοχής αναλάμβαναν ιδιωτικές ηλεκτρικές εταιρείες ή σπανιότερα δημοτικές, οι οποίες τελούσαν υπό την εποπτεία του κράτους, ιδίως όσον αφορά την τιμολογιακή τους πολιτική. Κατά τη διάρκεια του πολέμου, οι καταστροφές των ηλεκτρικών εγκαταστάσεων ήταν πολύ μεγάλες, ιδίως στη επαρχιακή χώρα, ώστε έναντι παραγωγής 234 GWh το 1939, να έχει μειωθεί σε 101 GWh το 1944.

Ανάγκη συνολικής ενεργειακής πολιτικής

Από τη μέχρι τον πόλεμο πορεία της ηλεκτροπαραγωγής είχαν αποκτηθεί πολλές εμπειρίες, κυρίαρχη δε ήταν η άποψη, η οποία για ορισμένους είχε καταστεί δόγμα, ότι ήταν απόλυτη η ανάγκη της αξιοποίησης των εγχώριων πλουτοπαραγωγικών πόρων και μάλιστα κατ’ απόλυτη προτεραιότητα. Αυτό γίνεται φανερό από τον πλούσιο προβληματισμό που αναπτύχθηκε και τις σχετικές μελέτες που εκπονήθηκαν και κατά τη διάρκεια της Κατοχής, ιδίως όμως την περίοδο 1945-49. Για την επίτευξη του σκοπού αυτού προϋπόθεση ήταν η ύπαρξη άφθονης και φθηνής ηλεκτρικής ενέργειας με αξιοποίηση των εγχώριων ενεργειακών πόρων, αλλά και η διάθεση μεγάλων κεφαλαίων, δυνατότητα που προσέφερε το Σχέδιο Μάρσαλ.


Θεμελίωση υδροηλεκτρικών έργων στον Μέγδοβα από τον Κ. Καραμανλή.

Στους στόχους αυτούς σημειώθηκε σύμπτωση απόψεων των πολιτικών παρατάξεων του αστικού κόσμου, υπήρχαν όμως διαφορές όσον αφορά τον τρόπο με τον οποίο θα επιτυγχάνονταν, καθώς και τη μορφή του φορέα που θα αναλάμβανε το έργο αυτό. Για την επιλογή του συστάθηκε το 1948 επταμελής επιτροπή με πρόεδρο τον Κ. Α. Δοξιάδη (ήδη πρόεδρο της Επιτροπής Συντονισμού της Ανασυγκρότησης), μέλος της οποίας ως εισηγητής ήταν ο Γ. Πεζόπουλος. Οι προτάσεις Πεζόπουλου στηρίχθηκαν σε σειρά εργασιών του τις οποίες είχε εκπονήσει από το 1943 και μετέπειτα, με τίτλο «Ανάπτυξη της ηλεκτρικής ενέργειας εις την ηπειρωτικήν Ελλάδα». Την εποπτεία του έργου της επιτροπής είχε ο πρωθυπουργός Αλ. Διομήδης, ο οποίος ως πρώην διοικητής της Εθνικής Τράπεζας είχε ασχοληθεί ιδιαίτερα με τα θέματα των ηλεκτρικών επιχειρήσεων. Σύμφωνα με τα πρακτικά της σχετικής τελικής συζήτησης, ο ίδιος ανάφερε: «Η μόνη ενδεδειγμένη λύση είναι η δημιουργία επιχειρήσεως ανηκούσης εις την κυριότητα του κράτους», η οποία όμως «θα προσλάβει ιδιότυπον νομικήν μορφήν, θα οργανωθεί δε κατά τοιούτον τρόπον ώστε να είναι εις θέσιν να εξασφαλίζει τόσον την πραγματοποίησιν των επιδιωκομένων υπό του κράτους δημοσίων σκοπών όσον και εκμετάλλευσιν διεπομένην αυστηρώς υπό της αρχής της οικονομικότητoς».

Αυτή ήταν η βάση για τη διατύπωση του ιδρυτικού νόμου της ΔΕΗ. Συγκεκριμένα, με τον Ν. 1468/1950 δημιουργήθηκε η Δημόσια Επιχείρηση Ηλεκτρισμού – ΔΕΗ, στην οποία δόθηκε το αποκλειστικό προνόμιο παραγωγής και μεταφοράς ηλεκτρικής ενέργειας. Οριζε σαφώς ότι η ΔΕΗ θα αποτελεί μεν κρατικό μονοπώλιο, αλλά θα είναι ανεξάρτητη, με διοικητική και οικονομική αυτοτέλεια. Για την οργάνωση και στελέχωση της ΔΕΗ, καθώς και τον σχεδιασμό και επίβλεψη της εκτέλεσης του Α΄ Πενταετούς Προγράμματος Ανάπτυξης 1950-55, επιλέχθηκε η αμερικανική εταιρεία EBASCO. Το πρόγραμμα ακολουθούσε τον βασικό σχεδιασμό που είχε προτείνει ο καθηγητής Γ. Πεζόπουλος, ο οποίος άλλωστε ορίστηκε γενικός διευθυντής της ΔΕΗ. Περιλάμβανε την κατασκευή τριών υδροηλεκτρικών σταθμών (Λάδωνα, Λούρου και Αγρα) και ενός λιγνιτικού (Αλιβερίου), καθώς και Εθνικού Δικτύου Μεταφοράς 150 kV μήκους 1.125 χλμ. και 21 υποσταθμούς, χρηματοδοτήθηκε δε από το Σχέδιο Μάρσαλ και μέρος των ιταλικών πολεμικών επανορθώσεων. Η οργάνωση της ΔΕΗ ολοκληρώθηκε με τον Ν. 3523/1956, με τον οποίο απέκτησε και το αποκλειστικό προνόμιο διανομής της ηλεκτρικής ενέργειας, με την υποχρέωση να προβεί στη σταδιακή εξαγορά όλων των υφιστάμενων ηλεκτρικών εταιρειών και την καθιέρωση νέων τιμολογίων, ενιαίων για όλη τη χώρα, από 1ης Αυγούστου 1956.

Ραγδαία αύξηση της παραγωγής κατά 420%

Το Α΄ Πενταετές Πρόγραμμα 1950-55 υλοποιήθηκε με επιτυχία. Πρωταρχική επιδίωξη αποτέλεσαν η ηλεκτροδότηση των υφιστάμενων εγκαταστάσεων από το νέο Εθνικό Ηλεκτρικό Σύστημα και η παύση της λειτουργίας των υφιστάμενων πετρελαϊκών σταθμών παραγωγής, με την κατασκευή των αναγκαίων δικτύων διανομής, ενώ παράλληλα άρχισε και ο εξηλεκτρισμός της υπαίθρου.

Συγχρόνως προχώρησε, υπό αποκλειστικά ελληνική διοίκηση και προσωπικό, η κατάρτιση του Β΄ Δεκαετούς Προγράμματος Ανάπτυξης 1956-66, το οποίο περιλάμβανε τη σταδιακή αξιοποίηση των λιγνιτών Πτολεμαΐδας και την κατασκευή των υδροηλεκτρικών Ταυρωπού και Αχελώου, καθώς και την επέκταση του δικτύου μεταφοράς, ώστε να καλύπτει ολόκληρη την επικράτεια.


Το φράγμα του υδροηλεκτρικού σταθμού της ΔΕΗ στον ποταμό Λάδωνα.

Με το πέρας του Β΄ Προγράμματος, σχεδόν ολοκληρώθηκε η εξαγορά όλων των ιδιωτικών ηλεκτρικών εταιρειών από τη ΔΕΗ (415 συνολικά), έγινε αντικατάσταση ή ανακαίνιση όλων των παλαιών ηλεκτρικών εγκαταστάσεων, ώστε από τα μέσα της δεκαετίας του 1960 σχεδόν το σύνολο της ηπειρωτικής χώρας να ηλεκτροδοτείται με σύγχρονα δίκτυα μεταφοράς και διανομής από εγχώριες πρωτογενείς πηγές (λιγνίτες, υδατοπτώσεις), ενώ παράλληλα προχωρούσε ραγδαία ο εξηλεκτρισμός νέων περιοχών της υπαίθρου. Ετσι, έναντι παραγωγής 234 GWh το 1939, αυτή ανήλθε σε 1.350 GWh το 1956 και 5.690 GWH το 1966, οπότε μόνον το 28% προερχόταν από προϊόντα πετρελαίου ενώ το 62% από εγχώριες πηγές (41% λιγνιτική, 31% υδροηλεκτρική). Δηλαδή η παραγωγή αυξήθηκε κατά 420% τη δεκαετία 1956-66 και ήταν 24,3 φορές μεγαλύτερη από την προπολεμική του 1939.

Αλλά και στα νησιά έγιναν ενισχύσεις των υφιστάμενων πετρελαϊκών σταθμών παραγωγής ή δημιουργήθηκαν νέοι, όπως στην Κρήτη, όπου κατασκευάστηκε και δίκτυο μεταφοράς 66 kV, ενώ νησιά που βρίσκονταν σχετικά κοντά στην ηπειρωτική χώρα διασυνδέθηκαν στο εθνικό σύστημα με υποβρύχια καλώδια (νησιά Αργοσαρωνικού, Σποράδων, Κέρκυρα κ.ά.). Αυτό το επίτευγμα της ΔΕΗ συνέβαλε αποφασιστικά στην οικονομική ανάπτυξη της χώρας, ιδίως της επαρχιακής, της οποίας κυριολεκτικά «άλλαξε η όψη». Είναι δύσκολο να περιγραφεί στο πλαίσιο ενός σύντομου άρθρου το πόσο δραστικά αναβαθμίζονταν η καθημερινή ζωή και η παραγωγική δυνατότητα ενός κατοίκου της υπαίθρου, που είχε πλέον πρόσβαση σε φθηνή ηλεκτρική ενέργεια. Δεν θα ήταν υπερβολή να σημειωθεί ότι, για το μεγαλύτερο μέρος της ελληνικής υπαίθρου, η εξέλιξη αυτή σηματοδοτούσε την είσοδο στη σύγχρονη εποχή.

Δεκαετία ’60, εμπλοκή στις πολιτικές αντιπαραθέσεις

Ατυχώς, όμως, η θριαμβευτική πορεία κατά το ξεκίνημα της ΔΕΗ ανακόπηκε στις αρχές της δεκαετίας του 1960, λόγω εμπλοκής της στις έντονες πολιτικές αντιπαραθέσεις της περιόδου αυτής.

Αρχισε με «σκανδαλολογία» για τον Γ. Πεζόπουλο και αυξήθηκε κατακόρυφα με αφορμή την υπογραφή της σύμβασης της ΔΕΗ με την εταιρεία αλουμινίου Πεσινέ. Ακολούθησαν έντονη πολιτική σύγκρουση αλλά και εμπλοκή της Δικαιοσύνης, με δυσμενείς επιπτώσεις στην πορεία της ΔΕΗ, ιδιαίτερα όσον αφορά την αυτοτέλειά της. Οι μόνες αντιδράσεις εκδηλώθηκαν το 1966, που οδήγησαν και στην παραίτηση της τότε διοικήσεώς της.


Το κέντρο ελέγχου του ατμοηλεκτρικού σταθμού της Μεγαλόπολης.

Κατά την περίοδο της δικτατορίας, όπως ήταν επόμενο, καταργήθηκε πλήρως η αυτοτέλεια της ΔΕΗ. Ατυχώς, όμως, δεν λήφθηκαν τα κατάλληλα μέτρα για την αποκατάστασή της μετά τη μεταπολίτευση του 1974, αλλά αντίθετα καθιερώθηκε έκτοτε κάθε κυβερνητική μεταβολή να συνοδεύεται από αλλαγή της διοικήσεώς της με πρόσωπα «που τυγχάνουν της εμπιστοσύνης της κυβέρνησης», καθώς και άλλα μέτρα ενσωμάτωσής της στον δημόσιο τομέα.

Οι επιπτώσεις από την πρακτική αυτή μπορεί μεν να μην ήταν άμεσα εμφανείς όσον αφορά την πορεία του έργου της ΔΕΗ, η οποία εξασφάλιζε ικανοποιητικά την ομαλή ηλεκτροδότηση της χώρας, είχαν όμως πολλές αρνητικές επιπτώσεις στην αποδοτικότητά της ως επιχείρησης.

* Ο κ. Μιχάλης Παπαδόπουλος είναι ομότιμος καθηγητής του ΕΜΠ.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ