Νίκος Κωνσταντάρας ΝΙΚΟΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΑΡΑΣ

Μετέωροι και άβουλοι

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Π​​έρασε το Πάσχα και μπήκαμε στην ευθεία για το καλοκαίρι, ένα καλοκαίρι που θα κρίνει πολλά, από τον τουρισμό και την έξοδο από τα μνημόνια έως τις σχέσεις μας με γειτονικές χώρες, ίσως και με την Ε.Ε. Διάχυτη είναι η αίσθηση ότι περιμένουμε κάτι χωρίς να γνωρίζουμε τι ακριβώς. Σαν τους κατοίκους της άγνωστης πόλης του Καβάφη, ακίνητοι, ανήσυχοι, περιμένουμε κάτι απροσδιόριστο, ίσως πραγματικό, ίσως της φαντασίας μας. Είτε έρθουν οι βάρβαροι ή κάποιοι ακόμη πιο απροσδιόριστοι σωτήρες, η απραξία και ο εκνευρισμός παίρνουν τη θέση της παραγωγής και της πολιτικής, βαραίνουν την οικονομία και την κοινωνία.

Η κυβέρνηση θέλει να πείσει ότι τον Αύγουστο, οπότε θα λήξει η τρίτη δανειακή σύμβαση, η χώρα θα είναι ελεύθερη να χαράξει πορεία όπως η κυβέρνησή της θέλει. Για να μπορεί, όμως, η Ελλάδα να δανείζεται στις αγορές, πρώτα θα πρέπει να πείσει ότι εφαρμόζει τα προγράμματα λιτότητας και μεταρρυθμίσεων που συμφωνήθηκαν με τους δανειστές. Οταν στόχος της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ είναι να δείξει ότι αποτινάζει τις επιταγές των δανειστών, όταν θέλει να πείσει ότι δεν υπάγεται σε κανέναν έλεγχο, τότε δύσκολα οι ξένοι επενδυτές και οι αγορές θα πιστέψουν ότι η Ελλάδα βρίσκεται σε πορεία ανάπτυξης. Ο έλεγχος από τους δανειστές θα συνεχιστεί και η κυβέρνηση θα δυσκολευθεί να προετοιμάσει με παροχές το έδαφος για εθνικές εκλογές που θα διεξαχθούν έως το φθινόπωρο του 2019. Η κυβέρνηση, λοιπόν, περιμένει την επόμενη αξιολόγηση και το τέλος του προγράμματος πριν αρχίσει η συζήτηση για το ενδεχόμενο μείωσης του δημόσιου χρέους. Εν τω μεταξύ, η γιγάντωση του ιδιωτικού χρέους, το «πάγωμα» των τραπεζών και η υπερφορολόγηση σιγοκαίνε στα θεμέλια της οικονομίας. Σίγουρα η κυβέρνηση θα ήθελε να οδηγήσει τη χώρα σε εκλογές πριν υποστεί τις συνέπειες αυτού του προβλήματος.

Η Ν.Δ. γνωρίζει ότι θα κληθεί να διαχειριστεί μια κατάσταση όπου δεν θα υπάρξει ούτε μία μέρα ανοχής (πόσο μάλλον «μήνας του μέλιτος»), με τον ΣΥΡΙΖΑ να έχει στελεχώσει το κράτος και καίριες θέσεις με δικές του επιλογές, με εξαντλημένους τον λαό και την οικονομία, απέναντι σε ένα καλά οργανωμένο σύστημα πολιτικού και «αντιεξουσιαστικού» ακτιβισμού που η κυβερνητική πολιτική και ανοχή επέτρεψε να θεριέψει. Θα είναι, επίσης, υποχρεωμένη να τηρεί όσα συμφώνησε η σημερινή κυβέρνηση (ασχέτως αν ο ΣΥΡΙΖΑ σήμερα δείχνει ότι δεν υπάρχει τέτοια υποχρέωση) και να αντιμετωπίσει τη δυσκολία μιας προεδρικής εκλογής στις αρχές του 2020. Λογικό είναι σήμερα η αξιωματική αντιπολίτευση να αγωνιά και να απαιτεί από την κυβέρνηση να αποκαλύψει το αναπτυξιακό της σχέδιο, που, όπως λέει ο κ. Μητσοτάκης, συζητείται με τους δανειστές χωρίς να γνωρίζουν τίποτα τα κόμματα της αντιπολίτευσης.

Στην εξωτερική πολιτική, η μεγάλη κινητικότητα στις συζητήσεις μεταξύ Αθηνών και Σκοπίων δεν φαίνεται να οδηγεί σε λύση πριν από τις συνόδους της Ε.Ε. και του ΝΑΤΟ, που είχαν τεθεί ως ορόσημα. Με την όξυνση των σχέσεων Ε.Ε. - Ρωσίας, τα Δυτικά Βαλκάνια αποκτούν ιδιαίτερη σημασία πάλι, και αποτυχία των διαπραγματεύσεων για το όνομα της ΠΓΔΜ θα κοστίσει πολιτικό κεφάλαιο για την Ελλάδα, όπως και στο παρελθόν. Την ώρα που η Τουρκία βρίσκεται στο μάτι του κυκλώνα λόγω της επιθετικής και ασταθούς πολιτικής της στη Συρία (και προς τη δική μας χώρα), η Ελλάδα έχει μια καλή ευκαιρία να φανεί αξιόπιστος σύμμαχος της Δύσης και πυλώνας σταθερότητας στην περιοχή, όπως είναι. Αυτό, όμως, απαιτεί αποφασιστικότητα, να φανεί στην πράξη, όχι απλώς να περιμένουμε τις εξελίξεις. Το ίδιο ισχύει στη ζύμωση για τη διαμόρφωση της Ε.Ε. Η Ελλάδα θα μπορούσε να διεκδικήσει μια θέση στο τραπέζι εάν επέμενε ότι έχει κάτι να προσφέρει – να αποδείξει την επιτυχία της ευρωπαϊκής στήριξης αλλά και να εξηγήσει, με επιχειρήματα, όσα πλήγωσαν περισσότερο τη χώρα αντί να τη βοηθήσουν.

Οι κυβερνήσεις μας δεν μας έχουν συνηθίσει σε τέτοια εξωστρέφεια. Σε αυτό οφείλονται πολλά από τα προβλήματά μας. Ετσι, συνεχίζουμε μετέωροι και άβουλοι.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ