Μιχάλης Τσιντσίνης ΜΙΧΑΛΗΣ ΤΣΙΝΤΣΙΝΗΣ

Πρόσωπα της Εβδομάδας

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Φώτης Κουβέλης - Μπαλοθιές στα ντουβάρια

Ο ​διορισμός του Φώτη Κουβέλη στο υπουργείο Αμυνας δεν ήταν τυχαίος. Πίσω από την ανακύκλωσή του υπήρχε, έλεγαν, σκεπτικό. Ο νηφάλιος απόμαχος της πολιτικής προοριζόταν για αντίβαρο στη διαρκή μιλιταριστική υπερπαραγωγή του προϊσταμένου του. Το σκεπτικό διαφημίστηκε και «καταναλώθηκε» μάλιστα ως θεμιτό. Αντί να αντικαθιστάς έναν υπουργό πρώτης γραμμής που έχεις αξιολογήσει ως ανεξέλεγκτο, ήταν θεμιτό να δοκιμάζεις να τον αναχαιτίσεις με πολιτικούς ανταγωνιστές.

Ο πρώτος που φάνηκε ότι πίστεψε σε αυτόν τον ρόλο ήταν ο ίδιος ο Κουβέλης. Πίστεψε ότι αποστολή του ήταν να πουλάει δεοντολογία στα media· να εξοστρακίζει ως ντουβάρι καθωσπρεπισμού τις μπαλοθιές του υπουργού του. Κάπως έτσι, δίπλα στον βερμπαλισμό της εθνικοφροσύνης, προστέθηκε μια εστία βερμπαλισμού της σωφροσύνης. Το διαφημισμένο ως «αντίβαρο» κατέληξε αντηχείο που όξυνε την κακοφωνία, χωρίς να προσθέσει κάτι στο πεδίο της πολιτικής.

Τέτοια συμβολή, βέβαια, θεωρούσαν πιθανή μόνο όσοι δεν μπορούν να ξεχωρίσουν τη σύνεση από την αφασία και τις δεξιότητες του καλού γυμνασιάρχη από τις προδιαγραφές του καλού υπουργού.

Αν κάτι έχει φανεί τα τελευταία εικοσιτετράωρα είναι σε ποια χέρια έχει βρεθεί το πιο ζωτικό χαρτοφυλάκιο της συγκυρίας: Από τη μία το κρατάει ένας αρχηγός μικρού κόμματος που παλεύει να βγει από τη δίνη της ραγδαίας απονομιμοποίησής του· και από την άλλη ένας απονομιμοποιημένος εξωκοινοβουλευτικός χωρίς συνάφεια με το αντικείμενο.

Ακόμη κι αν υπήρχε κυβερνητική γραμμή –ακόμη κι όταν χαράσσεται γραμμή με ορίζοντα εικοσιτετραώρων– το υπουργείο Αμυνας έχει δείξει ότι δεν είναι σε θέση να την υπηρετήσει. Αυτή η δομική δυσλειτουργία εξακολουθεί να βαπτίζεται και να συγχωρείται ως «διαφορά ύφους». Θα μπορούσε να τη δει κανείς σαν παραπολιτική φασαρία. Θα μπορούσε, αν το «ύφος» δεν αφορούσε μια πραγματικότητα ήδη αιματηρή.

 

 

 

 

Γιώργος Μπαλταδώρος - Πέφτοντας στο χάσμα

Ο ​θάνατος του Γιώργου Μπαλταδώρου φάνηκε κάπως παράδοξος. Και κάπως μάταιος. Ποιος μπορεί ακόμη να πεθαίνει γι’ αυτή τη χώρα;

Εχοντας μεγαλώσει σε έναν τόπο που κυοφορούσε ακόμη μέλλον, οι Ελληνες της Μεταπολίτευσης, και κυρίως οι Ελληνες της γενιάς του Μπαλταδώρου, βρέθηκαν σαν εξοστρακισμένοι στη χώρα της χρεοκοπίας. Οι μόνες στρατηγικές προσωπικής επιβίωσης που μπορούσαν σε αυτό το περιβάλλον να τελεσφορήσουν ήταν ή η μετανάστευση ή ο κυνισμός της απομόνωσης: Ζω εδώ, γιατί δεν μπορώ να κάνω αλλιώς, αλλά ζω για μένα· δεν ελπίζω τίποτε.

Τη χώρα για την οποία πετούσε κάθε μέρα ο Μπαλταδώρος μπορούσες, δηλαδή, είτε να την εγκαταλείψεις φεύγοντας είτε να την εγκαταλείψεις μένοντας. Και, πάντως, δεν σου άφηνε πολλά περιθώρια να συνδεθείς μαζί της ψυχικά, παρά μόνο αν βρισκόσουν υπό την επήρεια κάποιας σοβινιστικής μυθολογίας. Δέκα χρόνια σε ανθρωποφαγικό τέλμα, η πατρίδα δεν σου επέτρεπε να την αγαπήσεις αψέκαστος.

Και όμως. Αν ο θάνατος του σμηναγού φέρνει στην επιφάνεια ένα παράδοξο, είναι ακριβώς αυτό: Οτι μετά μια χαμένη δεκαετία, βιωμένη ως αναπόδραστη παρακμή, αυτά που ακόμη διασώζονται είναι σημαντικότερα από αυτά που έχουν χαθεί. Οι ήττες που έχουμε υποστεί φαίνονται τώρα πολύ λιγότερο δεινές από τις ήττες που μας απειλούν.

Ο νεκρός αυτός είναι το μέτρο. Μετράει ανηλεώς το πραγματικό ανάστημα των προσώπων που του εκφωνούν επικήδειους. Βάζει ξανά σε σειρά τις συλλογικές προτεραιότητες. Παλινορθώνει την αμυδρή δυνατότητα μιας ομοψυχίας, συγκροτημένης όχι στη βάση ενός πληγωμένου εγωισμού, αλλά ενός νέου ηθικού παραδείγματος.

Ο Μπαλταδώρος δεν έπεσε τζάμπα. Επεσε στο χάσμα που χωρίζει τον φανφαρονισμό από τον πατριωτισμό. Στο χάσμα μεταξύ του εθνικού ψώνιου και του εθνικού αυτοσεβασμού. Επεσε στο κενό μας και το φώτισε.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ