Τάκης Θεοδωρόπουλος ΤΑΚΗΣ ΘΕΟΔΩΡΟΠΟΥΛΟΣ

Η κατάνυξη δεν είναι ντροπή

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

​​Aναγνώστης με επανέφερε στην τάξη την περασμένη Κυριακή προτρέποντάς με να σταματήσω να αυτομαστιγώνομαι με το παρελθόν της γενιάς μου και να ασχοληθώ με την επικαιρότητα.

Κατ’ αρχάς να εξηγήσω ότι, επειδή δεν υπήρξα ζηλωτής καμιάς θρησκείας, ούτε καν του μαρξισμού, η πρακτική του αυτομαστιγώματος μου είναι τελείως ξένη. Μου φαίνεται αποτρόπαιος ο ενθουσιασμός που σου προκαλεί το γεγονός ότι εσύ ο ίδιος ματώνεις το σώμα σου σαν να είναι ο χειρότερος εχθρός σου. Δεν μισώ την κοιλίτσα μου, όπως δεν λατρεύω τους καλογυμνασμένους κοιλιακούς, το σύμβολο της πίστεως ενός κόσμου που υποκατέστησε τη μεταφυσική με τη χορτοφαγία, την υπερκατανάλωση βιταμινών και την ψυχαναγκαστική άσκηση.

Ας διευκρινίσω επίσης ότι, όταν αναφέρομαι στη γενιά μου, τη «γενιά του κούκου», δεν συνεπάγεται ότι ταυτίζομαι μαζί της. Μπορεί να μοιράζομαι κοινές εμπειρίες με τους συνομηλίκους μου, μπορεί να αποδέχθηκα ορισμένες από τις συνθήκες που μου επέβαλε, όπως η σεξουαλική απελευθέρωση και η συνήθεια του καπνίσματος, όμως δηλώ υπευθύνως ότι σε άλλα σημεία κατάφερα να διατηρήσω την αυτονομία μου. Δεν έθρεψα ποτέ μουστάκι, ούτε μούσι, τα μαλλιά μου ήταν πλούσια και φουντωτά, μου άρεσαν οι γραβάτες και τα παπιγιόν και, όταν έπεσε το Τείχος του Βερολίνου, η συνείδησή μου δεν ταράχθηκε όπως των περισσοτέρων συνομηλίκων μου που δεν άντεχαν τη διάψευση των «ιδανικών» τους. Τα διαβάσματά μου, η κλασική λογοτεχνία και η αρχαία γραμματεία, με είχαν βοηθήσει να πάρω τις αποστάσεις μου από τα «ιδανικά» αυτά πολλά χρόνια πριν. Θυμάμαι ακόμη το βράδυ που η τηλεόραση έδειχνε το λιντσάρισμα του Τσαουσέσκου να λέω σε φίλο μου ότι σκέφτομαι να πάω να ανάψω ένα κεράκι στους χωροφύλακες που έπεσαν στου Μακρυγιάννη για να μας γλιτώσουν. Δεν ξέρω τι τον ενόχλησε περισσότερο. Το γεγονός ότι τασσόμουν με τους χωροφύλακες ή το κεράκι;

Και έτσι επανέρχομαι στην τάξη του κοινού μας «σήμερα». Ημέρες Μεγάλης Εβδομάδος, σε οποιαδήποτε εκκλησία της επικράτειας, κοσμοσυρροή. Οι περισσότεροι αισθάνονται υποχρεωμένοι να παραστούν, κάποιοι έχουν νηστέψει κιόλας με καραβίδες και αναίμακτα θαλασσινά χωρίς λάδι, κρατούν κεριά, μουρμουρίζουν κάνα δυο «γλυκύ μου έαρ» και αμέσως μετά, έχοντας εξαντλήσει τις υποχρεώσεις τους απέναντι στην οφειλόμενη κατάνυξη, αρχίζουν την πολυλογία. Επεται η γνωστή βαβούρα.

Οι Ελληνες διαβάζουν λίγο, αν διαβάζουν έστω λίγο, πάντως πολύ λιγότερο από τους υπόλοιπους Ευρωπαίους. Γιατί; Ο Σεφέρης στο τρένο που μόλις έχει αναχωρήσει από τον σταθμό Σεν Λαζάρ στο Παρίσι κοιτάζει το φαιό τοπίο και γράφει στο ημερολόγιό του: «Τώρα φτάνω στην περιοχή του κόσμου όπου ο άνθρωπος είναι υποχρεωμένος να διαβάσει» (παραθέτω από μνήμης). Διαβάζω δεν σημαίνει μόνον ότι μαθαίνω κάτι που δεν γνωρίζω. Διαβάζω σημαίνει αποδέχομαι μια πειθαρχία, συγκεντρώνομαι σε κάποιο έργο ώστε να παρακολουθήσω έναν συλλογισμό από την αρχή έως το τέλος. Το διάβασμα είναι μια μορφή κατάνυξης, και η κατάνυξη είναι διάβασμα. Πιστεύεις δεν πιστεύεις στην Αγία Τριάδα, σε ενοχλεί ή δεν σε ενοχλεί ο ιερέας που διεκπεραιώνει τη λειτουργία ως δημόσιος υπάλληλος που είναι. Κατάνυξη θα πει ότι έχεις ακόμη τη δυνατότητα να συνομιλείς με αξίες που υπερβαίνουν την καθημερινότητά σου, το παρόν σου και σε εξοπλίζει πνευματικά για να τα κρίνεις. Κατάνυξη θα πει ότι έχεις ακόμη την ψυχική δυνατότητα να συγκινηθείς από τα εγκώμια της Μεγάλης Παρασκευής, τον «Αίαντα» του Σοφοκλή, ή τον «Οξαποδώ» του Μοπασάν. Η «γενιά του κούκου» μετέτρεψε την κατάνυξη σε ντροπή. Κατάργησε την ντροπή ως κριτήριο σε όλες τις υπόλοιπες δραστηριότητες, από τον έρωτα έως την πολιτική, και την κράτησε μόνον στην κατάνυξη – και δεν εννοώ μόνον τη θρησκευτική. Αθελά της, η επίσημη Eκκλησία, με τη δημοσιοϋπαλληλική τυπολατρία της και τις πολιτικές της ενοχές, της άνοιξε τον δρόμο.

Αν και ανήκω στην κατ’ εξοχήν άθεη γενιά, δεν είμαι άθεος. Οπως έλεγε ο Ράσελ, η αθεΐα είναι η άλλη πλευρά του νομίσματος της πίστης. Πιστεύεις ότι υπάρχει ή δεν υπάρχει. Πιστεύω όμως στην κατάνυξη που σου επιβάλλει η πίστη, ή και η απουσία της. Η γενιά μου θεώρησε την κατάνυξη ντροπή. Φτιάξαμε μια κοινωνία απόψεων που δεν έχουν σημείο αναφοράς.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ