ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Δύο οικονομίες υπό την πίεση των γεωπολιτικών εντάσεων κατά κύριο λόγο και δευτερευόντως εξαιτίας των εγγενών αδυναμιών τους, οι οικονομίες της Ρωσίας και της Τουρκίας, είδαν τα νομίσματά τους να υφίστανται έντονες πιέσεις τις τελευταίες ημέρες, καθώς αποχωρούν από αυτά μεγάλα ξένα επενδυτικά κεφάλαια.

Το εχθρικό κλίμα που έχει καλλιεργήσει ο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν στις σχέσεις της χώρας του με τις γειτονικές χώρες αλλά και οι εντάσεις τόσο με την Ουάσιγκτον όσο και με την Ε.Ε. υπονομεύουν την εμπιστοσύνη των επενδυτών. Την ίδια στιγμή εντείνεται ο προβληματισμός των επενδυτών, καθώς οι προεκλογικές προτεραιότητες του Τούρκου προέδρου είναι αυτές που υπαγορεύουν τη νομισματική και την οικονομική του πολιτική. Ο Ερντογάν ευελπιστεί ότι θα κερδίσει τις επικείμενες προεδρικές εκλογές και θα αναδειχθεί σε απόλυτο κυρίαρχο στη χώρα του.

Παράλληλα, η Ρωσία πληρώνει με ένα νέο γύρο οικονομικών κυρώσεων, ενδεχομένως πολύ πιο σκληρό από τους προηγούμενους, την εμπλοκή της στο Συριακό αλλά και την αναζωπύρωση της αντιπαλότητάς της με τις Ηνωμένες Πολιτείες. Ο νέος γύρος κυρώσεων και κυρίως η απρόβλεπτη στάση που τηρεί η Ουάσιγκτον, υπό την ηγεσία του Ντόναλντ Τραμπ, καλλιεργούν αβεβαιότητα σε ό,τι αφορά το επενδυτικό περιβάλλον της. Ετσι, η Ρωσία είναι πιθανόν αυτή τη φορά να βρεθεί σε νέες συμπληγάδες, ενδεχομένως ακόμα πιο δύσβατες από την απομόνωση που γνώρισε μετά την προσάρτηση της Κριμαίας, και η οποία είχε τότε συνδυασθεί με την αρνητική συγκυρία της πτώσης του πετρελαίου. Το μέγεθος των προκλήσεων που θα αντιμετωπίσει δεν θα αμβλυνθεί από την πρόσφατη εκλογική νίκη του Βλαντιμίρ Πούτιν.

Παρά τους πρόσφατους κλυδωνισμούς στις μεταξύ τους σχέσεις και τους αλληλοσυγκρουόμενους στόχους τους στο Συριακό, η μεταξύ τους συμμαχία έχει βοηθήσει τις οικονομίες των δύο χωρών, που διατηρούν στενούς δεσμούς. Η Τουρκία είναι η δεύτερη σημαντικότερη αγορά του ρωσικού φυσικού αερίου μετά τη Γερμανία και προμηθεύεται μεγάλες ποσότητες σιτηρών από τους ρωσικούς σιτοβολώνες. Το ρωσικό συνάλλαγμα που φέρνουν, άλλωστε, οι Ρώσοι τουρίστες στη γειτονική χώρα στηρίζει αποφασιστικά την τουρκική οικονομία. Μένει να φανεί το κατά πόσον θα επηρεαστούν από τις δυσμενείς εξελίξεις οι μεταξύ τους εμπορικές και οικονομικές σχέσεις, καθώς ακόμα παραμένει άγνωστο το εύρος των συνεπειών που θα αντιμετωπίσουν οι δύο οικονομίες από τα καινούργια εξωτερικά πλήγματα και την αρνητική γι’ αυτές συγκυρία.

Η λίρα είναι η παράπλευρη απώλεια της εμμονής Ερντογάν για ανάπτυξη

 «Μην ανησυχείτε, η Τουρκία συνεχίζει τον δρόμο της με αποφασιστικά βήματα και κανείς δεν μπορεί να μας επιβληθεί μέσω των συναλλαγματικών ισοτιμιών». Με αυτήν την ηχηρή δήλωση, αντιπροσωπευτική της ρητορικής του Τούρκου προέδρου, προσπάθησε ο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν να καθησυχάσει την κοινή γνώμη της Τουρκίας μέσα στην εβδομάδα. Η τουρκική λίρα κατρακυλούσε μία ακόμη φορά, φθάνοντας πλέον στις πέντε λίρες έναντι ενός ευρώ. Από τις αρχές του έτους έχει χάσει σχεδόν το 9% της αξίας της έναντι τόσο του ευρώ όσο και του δολαρίου. Την ίδια στιγμή ανεβαίνουν οι αποδόσεις των τουρκικών ομολόγων, καθώς κλονίζεται η εμπιστοσύνη των ξένων επενδυτών.

Από στενά οικονομική άποψη, το τουρκικό νόμισμα αποτελεί παράπλευρη απώλεια της εμμονής του Ερντογάν με τους υψηλούς ρυθμούς ανάπτυξης. Με το βλέμμα στραμμένο στις προεδρικές εκλογές, ο Τούρκος πρόεδρος εμποδίζει την κεντρική τράπεζα να αυξήσει τα επιτόκια για να προστατεύσει το νόμισμα. Κωφεύει, εν ολίγοις, συστηματικά στις εκκλήσεις όχι μόνο των οικονομολόγων αλλά και των επενδυτών, προκειμένου να αποφύγει μια επιβράδυνση της ανάπτυξης. Την ίδια στιγμή, όμως, οι δυνατότητες της τουρκικής κεντρικής τράπεζας να παρέμβει στην αγορά συναλλάγματος είναι εξαιρετικά περιορισμένες, με μειωμένα συναλλαγματικά διαθέσιμα στα 139,550 δισ. δολάρια.

Καθοριστικός παράγοντας, όμως, που οδηγεί την τουρκική λίρα σε ελεύθερη πτώση είναι οι διαρκώς οξυνόμενες γεωπολιτικές εντάσεις, στη δίνη των οποίων έχει εμπλακεί η Τουρκία. Υποβαθμίζοντας προ εβδομάδων το χρέος και την οικονομία της Τουρκίας, ο οίκος Moody’s επικαλέστηκε τις παρενέργειες στην οικονομία της λόγω των τεταμένων σχέσεών της με τις γειτονικές της χώρες και όχι μόνον, αλλά και λόγω της πολιτικής αβεβαιότητας που τείνει να παγιωθεί μετά τον Ιούλιο του 2016 και την απόπειρα παραξικοπήματος. Παράλληλα, υπογράμμισε τους κινδύνους από το διευρυνόμενο έλλειμμα τρεχουσών συναλλαγών, εγγενή αδυναμία της τουρκικής οικονομίας που χρειάζεται το ξένο κεφάλαιο για την κάλυψή του. Εξάλλου, η επενδυτική JPMorgan Chase & Co. δεν συνιστά την αγορά του τουρκικού νομίσματος, ούτε των τουρκικών ομολόγων. Επικαλείται το διευρυνόμενο έλλειμμα τρεχουσών συναλλαγών της γείτονος που προβλέπει ότι θα φτάσει στο 6% του τουρκικού ΑΕΠ μέσα στο 2108 αλλά και τον διψήφιο πληθωρισμό που τους τελευταίους μήνες βρίσκεται πάνω από το 12%. Σύμφωνα με την εν λόγω επενδυτική, η Τουρκία πρέπει να προχωρήσει σε μεγάλη προσαρμογή της συναλλαγματικής ισοτιμίας αλλά και να υιοθετήσει τη σωστή πολιτική, κάτι που ωστόσο «δεν διαφαίνεται στο εγγύς μέλλον». Δεν συνάδει με τις φιλοδοξίες του Ερντογάν.

Στα μάτια της τουρκικής κοινής γνώμης, στον Ερντογάν εξακολουθεί να πιστώνονται οι υψηλοί ρυθμοί ανάπτυξης που έχουν επισκιάσει κάθε άλλη αναδυόμενη οικονομία, καθώς έφτασαν το περασμένο έτος στο 7,4%. Στοχεύοντας στη διατήρησή τους, προώθησε μέσα στην εβδομάδα νέο πακέτο επενδυτικών δαπανών ύψους 34 δισ. δολαρίων, που ευελπιστεί να οδηγήσουν άμεσα στη δημιουργία 35.000 θέσεων εργασίας και έμμεσα άλλων 134.000 θέσεων. Η στάση του Τούρκου προέδρου δεν είναι, όμως, εξίσου δημοφιλής στους επενδυτές, που ανησυχούν για τον κίνδυνο υπερθέρμανσης της τουρκικής οικονομίας. Κι όλα αυτά όταν η εμπλοκή της Αγκυρας στο Συριακό και μια εσπευσμένη αύξηση των επιτοκίων στις ΗΠΑ μπορεί να οδηγήσουν στη φυγή του ξένου κεφαλαίου.

Ισχυρές πιέσεις ασκούνται στο ρωσικό νόμισμα καθώς και στα ομόλογα

 «Οι κυρώσεις εναντίον της Ρωσίας δεν αυξάνονται απλώς, αλλά εξελίσσονται σε εργαλείο οικονομικού πολέμου», δήλωνε ο Ρώσος πρωθυπουργός Ντμίτρι Μεντβέντεφ, στην αρχή της εβδομάδας, όταν το ρούβλι έχανε περίπου το 3% της αξίας του σε μία ημέρα και το 10,3% σε μία εβδομάδα.

Οι επενδυτές εγκατέλειπαν μαζικά το ρωσικό νόμισμα και τα ρωσικά ομόλογα φοβούμενοι τις νέες οικονομικές κυρώσεις που επέβαλε η Ουάσιγκτον κατά της Ρωσίας, εν μέσω απειλών για πολεμική αναμέτρηση μεταξύ των δύο χωρών με πεδίο μάχης τη Συρία. Αυτήν τη φορά, οι κυρώσεις στράφηκαν κατά των Ρώσων ολιγαρχών, πλήττοντας, κυρίως, τη χρηματιστηριακή αξία των επιχειρήσεών τους.

Η φυγή, όμως, των επενδυτών από τα ρωσικά περιουσιακά στοιχεία οδήγησε το ρούβλι σε πτώση που δεν είχε σημειώσει μετά τη χρηματοπιστωτική κρίση της Ρωσίας στα τέλη της δεκαετίας του 1990. Ούτε κατά τη διάρκεια του πολέμου της Κριμαίας, ούτε με τους προηγούμενους γύρους κυρώσεων που επεβλήθησαν στη Ρωσία μετά την προσάρτηση της Κριμαίας δεν είχε υποχωρήσει το ρούβλι πάνω από 10% σε μία εβδομάδα.

Ανάγκασε έτσι την κεντρική τράπεζα της χώρας να αναστείλει τη διαπραγμάτευση του νομίσματος. Ηδη οι ευρωπαϊκές βιομηχανίες έσπευσαν να προειδοποιήσουν τις ρωσικές εμπορικές επιχειρήσεις για τη διαφαινόμενη άνοδο των τιμών, που αναπόφευκτα θα ακολουθήσει την πτώση του νομίσματος. Ως εκ τούτου, μερίδα αναλυτών εκτιμά ότι ο νέος γύρος κυρώσεων ενδέχεται να πλήξει τη ρωσική οικονομία περισσότερο απ’ ό,τι οι προηγούμενοι.

Οι νέοι γύροι κυρώσεων ενσκήπτουν ενώ η ρωσική οικονομία ανακάμπτει από την ύφεση στην οποία την είχε οδηγήσει η πτώση του πετρελαίου και ενώ οι ρυθμοί ανάπτυξής της παραμένουν χαμηλοί. Πολύ προτού κλιμακωθεί η ένταση με την Ουάσιγκτον, η Παγκόσμια Τράπεζα προέβλεπε ότι φέτος η ανάπτυξη θα περιορισθεί στο 1,7% και το 2019 στο 1,8%. Το δημοσιονομικό έλλειμμα της Ρωσίας, κληροδότημα της πτώσης του πετρελαίου που μείωσε ραγδαία τα έσοδα της χώρας, τείνει να μειωθεί, αλλά η πορεία του θα μπορέσει να αντιστραφεί από το νέο εξωτερικό πλήγμα. 

Οι προειδοποιήσεις από αναλυτές πύκνωσαν τις τελευταίες ημέρες, με τη Wood & Co να συνιστά στους επενδυτές «να προσεγγίζουν τη ρωσική αγορά πολύ πιο προσεκτικά και να είναι προετοιμασμένοι για μεγάλη αστάθεια το επόμενο διάστημα». Καθοριστικός παράγοντας που μπορεί να οδηγήσει σε μαζική φυγή των επενδυτών είναι οι απρόβλεπτες αντιδράσεις της Ουάσιγκτον υπό την ηγεσία Τραμπ.

Σύμφωνα με τον Στεφάν Μονιέ, στέλεχος της Bank Lombard Odier & Co της Γενεύης, «ενδέχεται να διατρέχουν κίνδυνο όλες οι επιχειρήσεις της Ρωσίας, και ο αντίκτυπος μπορεί να είναι ουσιαστικός».

Η Ρωσία φαίνεται να εξετάζει τη λήψη αντιποίνων, καθώς η Κάτω Βουλή της ρωσικής Δούμας συνέταξε κατάλογο με αμερικανικά προϊόντα των οποίων τις εισαγωγές θα μπορούσε να απαγορεύσει ή να περιορίσει. Κάτι τέτοιο θα έπληττε τις αμερικανικές επιχειρήσεις, μερίδα των οποίων αγωνιά για τις επιπτώσεις του εμπορικού πολέμου ανάμεσα στην Ουάσιγκτον και το Πεκίνο. Το 2017, η Ρωσία εισήγαγε από τις ΗΠΑ προϊόντα αξίας 12,5 δισ. δολαρίων – αεροσκάφη, μηχανολογικό εξοπλισμό, αλλά και φαρμακευτικά και χημικά είδη. Επίσης, πολυεθνικές όπως η Ford Motor και οι εταιρείες PepsiCo, Coca-Cola και Coca-Cola HBC έχουν επενδύσει πολλά δισ. δολάρια στη Ρωσία.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

ΑΡΧΕΙΟ