ΒΙΒΛΙΟ

Μια αιωνιότητα και ένα ποίημα

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΑΘΗΝΑΚΗΣ

Οι Αργύρης Παλούκας (πάνω, αριστερά), Κυριάκος Συφιλτζόγλου (πάνω δεξιά), Ελευθερία Τσίτσα (κάτω αριστερά), Τέλλος Φίλης (κάτω δεξιά).

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Τα έργα τέχνης έχουν τη συνήθεια να απαθανατίζουν λίγη από την αιωνιότητα. Ο χρόνος, στην τέχνη, σταματά για λίγα δευτερόλεπτα και παρουσιάζεται, για όσο καιρό αντέξει, ως μια στιγμή που παλεύει να σταθεί στη δική της αιωνιότητα, σε εκείνη που της αναλογεί. Το ίδιο συμβαίνει και με τις λέξεις – ιδίως με εκείνες των ποιητών, που, ως άλλοι φωτογράφοι, παγώνουν τον χρόνο σε ένα ποίημα, στις λίγες λέξεις μιας συλλογής. Οι τέσσερις ποιητές που παρουσιάζουμε σήμερα παλεύουν με τη δική τους αιωνιότητα. Αντιμετωπίζουν τις τρεις διαστάσεις του χρόνου με την απελπισία απέναντι στο παρελθόν που δεν αλλάζει, στο παρόν που μπορεί να αλλάξει και στο μέλλον που και οι τέσσερις αγνοούν, με την έννοια της αδιαφορίας, όχι του αγνώστου. Ο Αργύρης Παλούκας, ο Κυριάκος Συφιλτζόγλου, η Ελευθερία Τσίτσα και ο Τέλλος Φίλης, που εξέδωσαν τις νέες τους συλλογές προσφάτως, αδιαφορούν για το μέλλον, διότι έχουν ανοικτούς λογαριασμούς με το παρελθόν και, κυρίως, με το παρόν – με ένα τώρα που δεν κουβαλάει μόνο τις νέες εμπειρίες, αλλά κι εκείνες τις παλιές, τις χαραγμένες πάνω στα σώματα των ανθρώπων. Και οι τέσσερις αρνούνται να ευχηθούν, και γι’ αυτό επιλέγουν να επιστρέψουν στη σιγουριά του τετελεσμένου, ώστε να ρίξουν λίγο φως σε αυτό που συμβαίνει εδώ και τώρα, την εποχή που, ίσως, οι άνθρωποι όλο και λιγότερο γελάνε, θυμούνται, καταλαβαίνουν και αισθάνονται. Παλούκας, Συφιλτζόγλου, Τσίτσα και Φίλης έχουν αναλάβει, αντιστοίχως, να μας βρουν τα αντίδοτα. Και μας τα προσφέρουν.

ΑΡΓΥΡΗΣ ΠΑΛΟΥΚΑΣ
Ανθρωποι που γελάνε
εκδ. Κριτική, σελ. 40

Αν κάποιος παρακολουθήσει την πορεία του Αργύρη Παλούκα (Ερμιόνη, 1975), θα δει ότι, από συλλογή σε συλλογή, τέσσερις ώς τώρα τον αριθμό, επιλέγει δύο... απλότητες: της γλώσσας και των εικόνων. Οι «Ανθρωποι που γελάνε» είναι η σταυροφορία του ποιητή για να φυλακιστούν, σε μια διαρκή στιγμή, οι μικρές, αδιόρατες ομορφιές που κρύβει η καθημερινότητα. Ενα παπούτσι (που συνηθίζεται), ένα καλοκαίρι (που πήραμε στους ώμους), μια ελπίδα (γυμνή, που κολυμπάει δίπλα στους ντυμένους) και τα ρούχα (που σχεδόν τα φιλάς για να δεις εάν έχουν στεγνώσει). Ο Αργύρης Παλούκας είναι, πλέον, ο ποιητής εκείνου που συμβαίνει όταν εμείς είμαστε απασχολημένοι με τα «σου ’πα, μου ’πες». Οταν ξεχνιόμαστε σκεπτόμενοι... πόσο έχει πάει η ντομάτα.

ΚΥΡΙΑΚΟΣ ΣΥΦΙΛΤΖΟΓΛΟΥ
Δραμάιλο
εκδ. Αντίποδες, σελ. 80

Ο Κυριάκος Συφιλτζόγλου (Δράμα, 1983) μοιάζει να έχει βρει τον δρόμο του. Γράφει την ιστορία και τη φωτογραφίζει όταν εκείνη έχει πλέον φύγει γι’ άλλη γη, γι’ άλλα μέρη. Το «Δραμάιλο» είναι βγαλμένο από τα (προφορικά) αρχεία της Δράμας, απ’ όσα αφηγούνται οι «παλιοί». Ο τίτλος της συλλογής, τουρκικής καταγωγής, σημαίνει τον δρόμο για τη Δράμα. Σε αυτόν τον δρόμο, Πόντιοι, Θρακιώτες και Μικρασιάτες, χριστιανοί και μουσουλμάνοι, άνδρες και γυναίκες πατούν (και ποδοπατιούνται) στον δρόμο προς τη δική τους ελευθερία, μέσα σε έναν κόσμο παλιό και σκουριασμένο. Ο Κυριάκος Συφιλτζόγλου, με λέξεις και φωτογραφίες, φυλακίζει στιγμές σε μιαν αιωνιότητα καταιγιστική από ιστορικά γεγονότα. Στιγμές που είχαν τη δική τους γλώσσα.

ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ ΤΣΙΤΣΑ
Μετά, ραντεβού στις τουλίπες
εκδ. Πατάκη, σελ. 66

Πού πάνε οι ήρωες της ζωγραφικής όταν γεράσουν; Κάποιοι εξ αυτών, προτού ακόμα γεράσουν, πήγαν στη δεύτερη συλλογή της Ελευθερίας Τσίτσα (Αθήνα, 1967). Η ποιήτρια επιστρατεύει, μεταξύ άλλων, τους Waterhouse, Magritte, Modigliani, Hopper, De Kooning και την Alina Szapocznikow, αλλά και λέξεις του Ιωσήφ Μπρόντσκι ή του Χάρη Βλαβιανού, ώστε να κατευνάσει τη μάχη ανάμεσα στην πραγματικότητα και τη φαντασία. Εκείνο που εννοεί ο Μαγκρίτ όταν λέει «αυτό που βλέπουμε κρύβει αυτό που θέλουμε να δούμε». Τι δεν θέλει να δει η Ελευθερία Τσίτσα; Οτι τα γεγονότα, στη δική τους αιωνιότητα, έχουν μόνο μία πλευρά και μάχεται υπέρ όσων ο άνθρωπος αισθάνεται όταν νομίζει ότι απλώς βλέπει – ακόμη και σε έναν πίνακα.

ΤΕΛΛΟΣ ΦΙΛΗΣ
Το έσχατο έρμα
εκδ. Πόλις, σελ. 60

Σε όλες τις εκδοχές της, η λέξη «έρμα» σημαίνει το κράτημα, την ισορροπία. Ο Τέλλος Φίλης (Θεσσαλονίκη, 1960) ψάχνει, στο ρηχό ή βαθύ παρελθόν του, τα δικά του κρατήματα, θαρρείς και ψάχνει να ισορροπήσει σε έναν κόσμο που δεν τον χωράει. Και δεν τον χωράει, διότι λιγοστεύουν, καταπώς φαίνεται, οι ανάσες όταν φεύγουν οι άνθρωποι και οι εκρήξεις που προκάλεσαν. Ο Τέλλος Φίλης ψάχνεται να κρατηθεί σε μια πόλη, τη Θεσσαλονίκη, φτιαγμένη από τις ιστορίες των ανθρώπων της. Η επώδυνη συνειδητοποίηση ότι η αστική ζωή αλλάζει μετατρέπει τον ποιητή σε διασώστη εμπειριών, προσώπων και κτιρίων – λες και η Θεσσαλονίκη περνάει (ή γεννάει) μια δεύτερη, μεγάλη πυρκαγιά...

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ