ΕΙΚΑΣΤΙΚΑ

Σ. Σόρογκας: «Συμπάσχω με όσα φθίνουν»

ΓΙΩΤΑ ΜΥΡΤΣΙΩΤΗ

Ο άνθρωπος με το γαρίφαλο, όπως είχε ονομάσει ο Ρίτσος τον Νίκο Μπελογιάννη, γύρω από τον οποίο αναπτύχθηκε η πενηντάχρονη εικαστική διαδρομή του Σόρογκα με άξονα αναφοράς την ποίηση.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

«Ξέρω, είμαι σε μια ηλικία που έτσι κι αλλιώτικα “η μοίρα μας, χυμένο μολύβι, δεν μπορεί να αλλάξει/δεν μπορεί να γίνει τίποτε”, όπως λέει ο Σεφέρης. Ομως, η ζωγραφική με κρατάει στη ζωή. Σ’ αυτή βρήκα καταφύγιο στα πρώτα μου νεανικά χρόνια (12-14 ετών), αυτή στάθηκε αρωγός πάντα στη ζωή μου. Αυτή ήταν πάντα η παρηγοριά μου».

Με εξομολογητική, στοχαστική πάντα, διάθεση για τη ζωή και την τέχνη, ο ψηλόλιγνος εικαστικός καλλιτέχνης, ομότιμος καθηγητής του ΕΜΠ, Σωτήρης Σόρογκας, στα 83 του, με ξεναγούσε στην πρόσφατη έκθεσή του «Κατά βάθος είναι ζήτημα φωτός» στο Τελλόγλειο Ιδρυμα Τεχνών του ΑΠΘ. Η φθορά, η απώλεια, το μαράζι του κόσμου που μας εγκαταλείπει, η ποίηση, το άσπρο και το μαύρο διάχυτα παντού: στη χρωματική του παλέτα, στις φιλοσοφικές-μεταφυσικές του αναζητήσεις που ξεδίπλωσε στην «Κ» το περασμένο Σάββατο.

«Από μικρό παιδί, εδώ και περίπου 60-70 χρόνια, κυνηγούσα πάντα τα ίδια θέματα. Εκείνα που βρίσκονται κοντά στην απώλεια, τα θνήσκοντα. Το μαύρο στον πυθμένα ενός πηγαδιού, στο παράθυρο ενός μισογκρεμισμένου σπιτιού ή στη ρωγμή ενός τοίχου και πώς αυτό διαχέεται και ταυτίζεται τελικά με το άσπρο. Είναι ένας συνεχής διάλογος φωτός και σκότους, μια μορφή επιμονής, ίσως να ’ναι και μια αρρώστια, να κυνηγώ το μαύρο που υπάρχει στη ζωή μας σαν μεταφορά της ίδιας μας της ζωής».

Πέτρες, αρχαία ελληνικά αγάλματα, τμήματα ερειπίων, σκουριές, αλυσίδες, παράθυρα, άλογα, πορτρέτα, παπαρούνες, βάρκες και θαλασσινά ξύλα με τα οποία προσεγγίζει τη φθορά της ύλης στον χώρο και τον χρόνο, τη ζωή και τον θάνατο με μια εμμονή.

«Αυτό είναι ένα μόνιμο μαράζι, γιατί είναι και μια διαπίστωση. Τι πράγματι άραγε από αυτά που βλέπουμε δεν θα ’ρθει η ώρα να χαθεί; Με γοητεύουν τα παλιά μηχανήματα σε ένα λατομείο, που σκουριάζουν στην ερημιά, τα ξεχασμένα πηγάδια, τα μισογκρεμισμένα σπίτια όπου κάποτε υπήρχε η χαρά μιας ζωής που το νοηματοδοτούσε, μια παλιά βάρκα η οποία κάποτε ταξίδευε υπηρετώντας κάποιον ψαρά, τώρα ρημαγμένη στην ακτή μαραίνεται και φεύγει. Θα μου πείτε, κυνηγάς τα λείψανα; Είναι μια συμπαράσταση, συμπάσχω με τα πράγματα που φθίνουν και μας εγκαταλείπουν. Τα ζωγραφίζω εν είδει επιθυμίας να παραμείνει το στίγμα τους μέσω της ζωγραφιάς».

Στα έργα αποτυπώνει τη λεπτομέρεια, η μεγέθυνση μετατρέπει την παράσταση «σε μη ρεαλιστική, αφηρημένη, με ένα μαύρο που σε ρουφάει», όπως έλεγε η γ.γ. του Τελλόγλειου, καθηγήτρια στο ΑΠΘ, Αλεξάνδρα Γουλάκη-Βουτυρά, και πινελιές κόκκινου – σύμβολο της ζωής.

Τελικά, «κατά βάθος είναι ζήτημα φωτός»; «Είναι αλήθεια ότι το φως παίζει τεράστιο ρόλο αλλά και τα χρώματα έχουν ένα ποσοστό φωτός μέσα τους, το οποίο καθορίζει και την ταχύτητά τους. Εγγενές δηλαδή σε κάθε χρώμα είναι το φως. Από εκεί και πέρα φτάνουμε μέχρι την ποίηση για το άσπρο και το μαύρο, το “αγγελικό και μαύρο φως” του Σεφέρη». Είναι ο ποιητής που, όπως ομολογεί, τον επηρέασε βαθύτατα, και τον έχει ζωγραφίσει «με μεγάλο φόβο, με δέος. Τον αγαπούσα πολύ. Τον λάτρευα. Είχε έναν προσανατολισμό συγκεκριμένο για τη θέαση του κόσμου, όπως τον βλέπω κι εγώ, λίγο απελπισμένο, λίγο μελαγχολικό και με άξονα πάντα το ίδιο μαράζι, κρυφά ή φανερά, ενός κόσμου που μας εγκαταλείπει».

Εμπνευσμένο από την ποίησή του είναι το τρίπτυχο έργο του 1971, ο καθιστός άνδρας με το κόκκινο γαρίφαλο, ο Νίκος Μπελογιάννης (αγοράστηκε από την Αλίκη Τέλλογλου), γύρω από τον οποίο αναπτύχθηκε η πενηντάχρονη εικαστική διαδρομή του καλλιτέχνη με άξονα αναφοράς την ποίηση. «Για ποιο πουκάμισο αδειανό για ποιαν Ελένη» βιώνει τα δεινά η χώρα μας; «Είμαι στενοχωρημένος, απελπισμένος. Πιστεύω όμως ότι έχει κάτι η ράτσα μας, η φυλή μας, γι’ αυτό θα σηκώσει κεφάλι στο μέλλον. Τώρα βρίσκεται σε μια φάση μεγάλης πτώσης. Εχουμε κυριαρχηθεί από ανασφάλειες, από αίσθημα αδικίας, και αυτό βέβαια δεν είναι μακριά από την αλήθεια. Από τη μια πλευρά η προκλητική στάση της Τουρκίας, από την άλλη οι Σκοπιανοί να διεκδικούν ένα όνομα που δεν τους ανήκει. Από την εκκίνησή του το αίτημα είναι γελοίο και αναξιοπρεπές. Το ’χω γράψει: οι πέτρες που ζωγραφίζω θα ήθελα να εικονίζουν την υπομονή της “βραχόσπαρτης” πατρίδας που υπομένει καρτερικά μιαν Ανάσταση.

»Στα απειροελάχιστα εξάλλου βρίσκεται η μαγεία του κόσμου τούτου. Σε ένα λουλούδι, σε μια πέτρα, σε ένα ξύλο –μια υπόθεση σχεδόν ατελείωτη– και δεν μου φτάνουν ούτε επτά ζωές για να τα ζωγραφίσω. Ενας άνθρωπος σαν εμένα που λατρεύω τη ζωή και ό,τι την εκφράζει, δεν μπορώ να παραιτηθώ από το να προσπαθήσω να το εξομολογηθώ αυτό με δυο γραμμές, με δυο χρώματα, με την τέχνη που έμαθα στη ζωή μου. Γι’ αυτό συνεχίζω να ζωγραφίζω. Αν σταματήσω, θα πεθάνω».

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ