Η ΕΡΩΤΗΣΗ

Υπάρχει ζωή χωρίς καφέ;

ΑΘΩΣ ΔΗΜΟΥΛΑΣ

Τις πρώτες μέρες του νέου έτους ξεκίνησα ένα μίνι πείραμα, δοκιμάζοντας να ζήσω χωρίς καφεΐνη. Δηλαδή να ζήσω χωρίς τους (σίγουρα) τρεις, μπορεί και τέσσερις καφέδες που έπινα κάθε μέρα, απολαμβάνοντάς τους μάλιστα όλους, από τον πρωινό εσπρέσο μέχρι τον γαλλικό ή τον καπουτσίνο στο γραφείο, κρύο ή ζεστό, και από τον ελληνικό, που δέκα φορές τον χρόνο θυμόμουν ότι μου αρέσει, μέχρι εκείνους τους διαδικαστικούς και κακοχτυπημένους φραπέ στο σπίτι κάτι καλοκαιρινά απογεύματα. Το πείραμα κράτησε τέσσερις μήνες. 

Δεν έκοψα τον καφέ σε μία μέρα. Δεν θα γινόταν. Πρώτα έκοψα τον πρωινό, που μου φαινόταν και ο πιο δύσκολος να κοπεί. Πρέπει να είχαν περάσει σχεδόν είκοσι χρόνια από την τελευταία φορά που δεν ήπια καφέ μέσα στα πρώτα είκοσι λεπτά της ημέρας. Ήταν ένα μικρό σοκ. Μια απώλεια στη γεύση. Η αίσθηση του κενού, ότι κάτι λείπει. Κοιτούσα την καφετιέρα στην κουζίνα με μια γλυκιά νοσταλγία. Και το αργότερο μέχρι το μεσημέρι είχε εδραιωθεί ένας αφόρητος, εκδικητικός πονοκέφαλος. Αυτό κράτησε μία εβδομάδα, το πολύ. Όπως ακριβώς με είχαν καθησυχάσει όσοι είχαν βρεθεί στη θέση μου. Και δεν άργησε εκείνη η μέρα που ξύπνησα και ήμουν αυτός ο άνθρωπος που το πρωί θα πιει πράσινο τσάι με γεύση μανταρίνι. Περήφανος και καθόλου εξαρτημένος. 

Γρήγορα βέβαια αποδείχτηκε ότι ο πρωινός καφές δεν ήταν ο πιο δύσκολος να κοπεί. Μπροστά στον μεσημεριανό ήταν ένα παιχνιδάκι. Εκείνον τον καφέ μετά το φαγητό. Στο γραφείο. Με τον χειμωνιάτικο και κατόπιν ανοιξιάτικο ήλιο να πέφτει από το παράθυρο. Με μισή μέρα στην πλάτη κι άλλη μισή προσεχώς. Προσπάθησα να τον αντικαταστήσω με τσάι, με χυμό, με αναψυκτικά και λεμονάδες ή ακόμα και με κάτι φαγώσιμο (εννοώ κάποιο γλυκό, συνήθως), το οποίο ξαφνικά ένιωθα ότι δικαιούμαι. Χρειάστηκα πάνω από έναν μήνα μέχρι να συνηθίσω το γεγονός ότι δεν θα έπινα καφέ το μεσημέρι. Δεν σταμάτησε ποτέ να μου λείπει, αλλά μπορούσα να το διαχειριστώ χωρίς να χρειαστεί να φάω μία ολόκληρη σοκολάτα. 

Μόνο που ούτε ο μεσημεριανός καφές ήταν ο πιο δύσκολος. Αυτός που δεν κατάφερα να αντικαταστήσω ήταν ο έκτακτος καφές. Αυτός στο χάρτινο ποτήρι που θα έπινα έξω, γεμίζοντας τον χρόνο ανάμεσα σε δύο ραντεβού, αυτός στο θερμός που θα είχα μαζί μου σε μια μεγάλη διαδρομή με το αυτοκίνητο, αυτός που θα έφτιαχνα όταν ήξερα ότι είχα μπροστά μου ένα ξενύχτι, αυτός που θα έπινα όταν θα ξέκλεβα λίγο χρόνο να πάω «για καφέ». Με άλλα λόγια: τους τέσσερις μήνες που δεν ήπια καφέ, μου έλειψε περισσότερο η δυνατότητα να πίνω καφέ όποτε ήθελα. 

Κατά τα άλλα, σε μια καθημερινή βάση, η απουσία της καφεΐνης από τον οργανισμό μου φαινόταν κυρίως το βράδυ. Οι αντοχές μου εξαντλούνταν λίγο πιο γρήγορα. Όχι πολύ. Λίγο. Σαν να νύσταζα μισή ώρα νωρίτερα. Έτσι κάπως έγινε και έχασα το τέλος από δυο τρεις ταινίες και «λύγισα» σε ορισμένα δεύτερα ημίχρονα, ενώ κατά το καθιερωμένο βραδινό διάβασμα στο κρεβάτι υπήρξε μία φορά (μόνο μία) που αποκοιμήθηκα χάνοντας τη σελίδα – και δεν έφταιγε το βιβλίο. 

Υπάρχει ζωή χωρίς καφέ; Υπάρχει, φυσικά, απλώς μου άρεσε λιγότερο. Αυτό είναι το βασικότερο συμπέρασμα του μικρού μου πειράματος. Αυτό και ότι ο πρωινός καφές δεν μου είναι απαραίτητος. Αυτός καταργήθηκε. Ποιος θα το ’λεγε; Είναι το σημείο για το οποίο νιώθω περήφανος και καθόλου εξαρτημένος. Ένα από τα λίγα.        ■

Περιοδικό "Κ"

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ