Μαρία Κατσουνάκη ΜΑΡΙΑ ΚΑΤΣΟΥΝΑΚΗ

Δοξολογία ζωής, μοιρολόι θανάτου

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

«Ο ​​​​νεκρός είναι αγκάθι στο μάτι του ζώντος», γράφει ο Κωστής Παπαγιώργης στο δοκίμιό του «Ζώντες και τεθνεώτες». Η φράση αυτή με κύκλωνε σε όλη τη διάρκεια της μουσικοχορευτικής παράστασης της βελγικής κολεκτίβας C de la B «Requiem pour L», των Αλέν Πλατέλ και Φαμπρίτσιο Κασόλ, στη Στέγη του Ιδρύματος Ωνάση. Σε μια μεγάλη οθόνη στο βάθος της σκηνής το πρόσωπο μιας γυναίκας που ψυχορραγεί. Μόνο το πρόσωπο, σε γκρο πλαν. Παρακολουθούμε ανεπαίσθητες κινήσεις και συσπάσεις, σε επιβραδυμένο ρυθμό. Η γυναίκα αυτή είχε συναινέσει στην κινηματογράφηση του θανάτου της. Εγκριση δόθηκε και από το στενό περιβάλλον της.

Κατά διαστήματα βλέπουμε κάποιο χέρι να την ακουμπά, κάποιο κεφάλι να περνάει μπροστά από την κάμερα, η ίδια να στρέφει το βλέμμα της και να κοιτά τρυφερά, παρούσα - απούσα, κάποιον δικό της άνθρωπο.

Επί της σκηνής παρακολουθούμε μια πολυεθνική γιορτή, μια δοξολογία της ζωής και ταυτόχρονα ένα μοιρολόι θανάτου. Μια «πειραγμένη» απόδοση του «Lacrimosa», με δύο έξοχες λυρικές φωνές, διατρέχει τη ραχοκοκαλιά της παράστασης. Αφρικανικοί ρυθμοί και τραγούδια διαπλέκονται με το Ρέκβιεμ του Μότσαρτ ερμηνευμένα από ένα (εξαιρετικό) σύνολο μουσικών, μαύρων τραγουδιστών και χορευτών.

Η σύνθεση και η σύνδεση των μουσικών, μαζί με την (περιορισμένη) κίνηση χορευτών και συνόλου, σε διάλογο υπόκωφο και φανερό με την οθόνη. Το αποτέλεσμα γνέφει αινιγματικά στη ζωή «συνάπτοντας, με πικρή πειθώ, δεσμούς φιλίας με το ανερμήνευτο». Η μουσική και οι ερμηνευτές είναι εκεί για να συνδέσουν τα ασύνδετα: «Τους παλιούς νεκρούς με τον νέο νεκρό και με τους ζωντανούς που μένουν πίσω».

Ξόδι, θρήνος, αποχαιρετισμός, αγαλλίαση, μέθεξη, μείγμα που φιλτράρει χωρίς να αποκρύπτει. Ο θάνατος είναι εκεί και ταυτόχρονα «ο νεκρός αποτελεί συντριπτική στιγμή ζωής». Οι θεατές διχάζονται. Οι περισσότεροι παραληρούν, ορισμένοι παραμένουν σκεπτικοί, όλοι ανακαλούν δικούς τους νεκρούς. Οι συζητήσεις στρέφονται στις τελευταίες στιγμές γονιών, συντρόφων, φίλων. Σε «εξόδους» που έζησαν και σε άλλες που φαντασίωσαν. Σε νυχτερινούς εφιάλτες, σε ονειρικές παραισθήσεις. «Ο νεκρός ταξιδεύει μαζί μας, μιλάει, παραφέρεται χωρίς να υστερεί στο παραμικρό. Ζει όπως κάθε ζωντανός. Το μόνο που στερείται απολύτως είναι μια νέα είσοδο στο χρόνο».

Στην οθόνη η L. Μια γυναίκα όχι πολύ μεγάλη, με περιποιημένο πρόσωπο (η καλαισθησία ως πράξη γενναιοδωρίας, ίσως και γενναιότητας), με άγνωστα, σε εμάς, παρελθόν και βιογραφικό. Ενας βίος ορφανός, σε εμάς, έπαιρνε το σχήμα και το περιεχόμενο του καθενός. Είναι ορατή και, κατά κάποιον τρόπο, αόρατη. Προσφέρει την ήσυχη εκδοχή ενός τέλους, ασκώντας έναν, στην αρχή άβολο και στη συνέχεια θεραπευτικό, μαγνητισμό. Εικόνα και ήχος μετατοπίζουν το παρόν όπως μετακινούμε τα παλιά και τα νέα κάδρα στους τοίχους. Δεν δεσμεύονται σε αυτό το αποθεωτικό, εν τέλει, της ζωής Ρέκβιεμ μόνο οι αισθήσεις αλλά και η μνήμη. «Ο νεκρός αποδήμησε, αλλά δε χάθηκε».

«Το πένθος καλείται να επικαλύψει όλες τις δοκιμασίες απέναντι στο αναπάντητο. Αντιμέτωπη με την εκμηδένιση –καθώς μια ζωή βουλιάζει στα μαύρα νερά και χάνεται– η πλησμονή καταρρακώνεται. Πώς είναι δυνατόν να συμβαίνει κάτι τόσο τερατώδες και να θεωρείται αποδεκτό; Οσο τα βάθρα της ζωής αντέχουν και η ανάσα ζωογονεί, ο βίος παρουσιάζει στοιχεία του ακατάλυτου. (...) Από όσο ψηλά κι αν πέσει, το νερό δεν τσακίζεται, και η ζωή, παρότι παραδίδεται σε λογής λογής μετασχηματισμούς, έχει τον τρόπο της κάθε φορά να διασώζεται σαν αυτοσχέδια αφθαρσία».

Η παράσταση των C de la B «Requiem pour L» βρήκε ή θα βρει τη θέση της στο προσωπικό πάνθεον του καθενός, του κάθε θεατή που την παρακολούθησε. Είτε την εισέπραξε ως εσωτερική θωπεία είτε ως διαμαρτυρία. Ανήκει στις εμπνευσμένες απαντήσεις στον θάνατο διά της ζωής. Απαντήσεις με τις οποίες μας φιλοδωρεί, ενίοτε, η τέχνη.

* Οι εντός εισαγωγικών φράσεις είναι από το δοκίμιο «Ζώντες και τεθνεώτες» του Κωστή Παπαγιώργη. Ο εναγκαλισμός με το «Ρέκβιεμ» είναι εντελώς αυθαίρετος. Τον συνειρμό προκάλεσε και η προβολή του ντοκιμαντέρ «Κωστής Παπαγιώργης, ο πιο γλυκός μισάνθρωπος» της Ελένης Αλεξανδράκη, από την περασμένη Πέμπτη στις αίθουσες.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ