ΕΛΛΑΔΑ

Το 1968 και το ανολοκλήρωτο ελληνικό πένθος

ΔΗΜΗΤΡΗΣ Π. ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ*

Αθήνα, 21 Απριλίου 1967, ώρα 9 το πρωί. Αρματα μάχης στη συμβολή των οδών Πειραιώς και Σωκράτους. Φωτογραφία τραβηγμένη από τα τότε γραφεία της «Κ».

Κ​​αθώς φέτος κλείνουν 50 χρόνια από την εξέγερση του γαλλικού Μάη του 1968, είναι βέβαιο ότι θα ξαναφουντώσουν οι συζητήσεις γύρω από ένα σύνθετο γεγονός που αναζητεί ακόμη τις ερμηνείες του. Πρόκειται άλλωστε για μια νεανική έκρηξη που δεν περιορίστηκε στη Γαλλία, αλλά ήταν μια σχεδόν παγκόσμια εξέγερση των πιο μορφωμένων, μεσαίων κατά βάση, στρωμάτων, με ποικίλα αιτήματα, εκ των οποίων το σημαντικότερο ήταν η ατομική χειραφέτηση και η απελευθέρωση από παραδοσιακές αυθεντίες.

Είναι πράγματι παρακινδυνευμένο να κατασκευάσουμε ένα ολιστικό ερμηνευτικό σχήμα για όλες τις εθνικές περιπτώσεις, ωστόσο, κατά μία βάσιμη ερμηνεία, το «1968» αποτέλεσε την πολιτισμική ολοκλήρωση της νεωτερικότητας. Σχηματικά, η βιομηχανική επανάσταση του 19ου αιώνα ήταν κυρίως μια τεχνολογική επανάσταση, καθώς στις αξίες τής αστικής τάξης, που τη συνόδευσαν, επιβίωναν ακόμη παραδοσιακές - μεσαιωνικές νοοτροπίες για τις ιεραρχίες, τα φύλα, το σώμα κ.λπ. Ηταν συνεπώς μια ανολοκλήρωτη επανάσταση. Ο αντικομφορμιστικός χαρακτήρας της νεανικής κουλτούρας των σίξτις, από τη μόδα και τη μουσική ώς την πολιτική ιδεολογία και δράση, ερχόταν, έτσι, να ολοκληρώσει με τον φιλελευθερισμό του εκείνη την αστική επανάσταση. Ηταν, εντέλει, συμπλήρωμά της και όχι ανατροπή της, έστω κι αν ο κύριος πολιτικός φορέας αυτής της εξέγερσης ήταν η (Νέα) Αριστερά, στις διάφορες εκδοχές της – ορισμένες εκ των οποίων συμπεριλάμβαναν και την τρομοκρατία. Στον αντίποδα, οι πιο συντηρητικές ερμηνείες εστίασαν εκεί ακριβώς: ότι με την εξέγερση αυτή διασαλεύτηκαν οι κοινωνικές ισορροπίες και σταθερές αιώνων, που επέτρεπαν στις κοινωνίες να λειτουργούν πιο αρμονικά και πιο συλλογικά. Eκτοτε, ο ατομοκεντρισμός και ο ηδονισμός που επικράτησαν δημιούργησαν μοντέλα ζωής που αποκόπηκαν από την αντίληψη ενός συνανήκειν, στο όνομα ενός ωκεανού ατομικών δικαιωμάτων, κάποτε σε σημείο εμμονικό.

Oλα αυτά εκτός Ελλάδας φυσικά, διότι το «1968» είναι από εκείνες τις επετείους που στα καθ’ ημάς λείπει η αφορμή για να τη γιορτάσουμε, ελέω δικτατορίας. Ετσι, η νεανική εξέγερση της ελληνικής δεκαετίας του ’60, που είχε μάλιστα ξεκινήσει νωρίτερα (γενιά Λαμπράκηδων, «1-1-4» κ.λπ.), ήταν εστιασμένη κατά βάση στα μείζονα εσωτερικά πολιτικά διακυβεύματα ή και στη βελτίωση της υλικής ζωής των μεσαίων στρωμάτων, και πολύ λιγότερο στα πολιτισμικά αιτούμενα και στην ατομική χειραφέτηση. Οι ανάγκες της αντίστασης απέναντι στο δικτατορικό καθεστώς ενδυνάμωσαν περαιτέρω τον πολιτικό χαρακτήρα αυτού του αγώνα μετά το 1967, αν και ο εκδημοκρατισμός της εκπαίδευσης ήταν επίσης βασικό αίτημα των εξεγερμένων της Νομικής και του Πολυτεχνείου. Υπό αυτή την έννοια, το «1973» δεν είναι το δικό μας «1968», παρότι ο Ελληνας αριστερός μακρυμάλλης με το αμπέχονο, που διάβαζε Μαρκούζε, παρέπεμπε εκεί στυλιστικά. Υπήρχε όμως μια μεγάλη ομοιότητα, καθοριστική για το διεθνές υποκείμενο Νεολαία της εποχής: ήταν ο ρομαντισμός που συνόδευε εκείνη την εξέγερση, η βεβαιότητα ότι «αλλάζουμε συθέμελα τα πράγματα», καθώς και η ίδια η εμπειρία της παράνομης δράσης –με μεγάλο προσωπικό ρίσκο, απέναντι στους μηχανισμούς εξουσίας ενός αυταρχικού καθεστώτος– την οποία όποιος βίωσε περιγράφει ως μεθυστική και ηρωική.

Αλλά επειδή η εξέγερση αυτή γρήγορα θα τελείωνε, καθώς καμία ουτοπία δεν είναι προορισμένη να εκπληρωθεί, έχει πολύ μεγάλη σημασία πώς θα διαχειριζόταν η κάθε νεολαία τη μετεπαναστατική της κατάθλιψη. Στο πρόσφατο βιβλίο των Στ. Τσακυράκη - Απ. Δοξιάδη, «Από πού κι ώς πού όλοι οι αγώνες είναι δίκαιοι; Για τη Δημοκρατία στην Ελλάδα της Μεταπολίτευσης» (σημειωτέον, και οι δύο συμμετείχαν στον αντιδικτατορικό αγώνα), ο Δοξιάδης κάνει την εξής καίρια παρατήρηση: «Πολλοί από όσους έζησαν σε αυτό το κλίμα [ενν. της αντίστασης] δεν χειρίστηκαν καλά την απώλεια, δηλαδή δεν την πένθησαν. Κάποιοι τη μετέτρεψαν σε φανατισμό, κάποιοι άλλοι σε μελαγχολία, κάποιοι [...] σε βαριά ψυχική νόσο. Λίγοι, ευτυχώς, στράφηκαν στα πιστόλια. Και πολλοί στην αδιαφορία και τον κυνισμό. [...] Το ολοκληρωμένο πένθος, λοιπόν, δηλαδή την πραγματική αποδοχή της νέας κατάστασης της δημοκρατίας, χωρίς παραμορφωτικά φίλτρα από το παρελθόν, πολλοί, ίσως και οι περισσότεροι, δεν το κατάφεραν πραγματικά».

Προκύπτει, είναι αλήθεια, και από τους ίδιους τους όρους που χρησιμοποιούνται. Η περίοδος μετά το 1974 έχει επικρατήσει να ονομάζεται «μεταπολίτευση», που κανονικά όμως περιγράφει στενά και μόνο τους πρώτους μήνες της μετάβασης στο δημοκρατικό καθεστώς, αντί του ακριβέστερου «Γ΄ Ελληνική Δημοκρατία», που περιγράφει ακριβώς τη μακροημέρευση ενός νέου καθεστώτος. Και είναι γεγονός ότι με την ισοπεδωτική κριτική που συγκεντρώνει η δημοκρατία μας μετά το 1974, το πνεύμα της «μεταπολίτευσης», δηλαδή της απογοήτευσης από μια μετάβαση που δήθεν ποτέ δεν έγινε τόσο ριζοσπαστικά όσο την είχαν φαντασιωθεί κάποιοι, τείνει να καταπιεί την Γ΄ Ελληνική Δημοκρατία. Πολλοί της γενιάς δεν πενθήσανε τη νεότητά τους, κι έτσι ούτε αξιολογήσανε επαρκώς τη βαθύτερη και μαζικότερη δημοκρατία που έζησε η χώρα στους δύο αιώνες της ανεξαρτησίας της, με όλες τις παθογένειες και τις αστοχίες της. Εμειναν στο «η χούντα δεν τελείωσε το ’73» και παραδόξως δεν αγάπησαν ποτέ πραγματικά αυτό στο οποίο και οι ίδιοι είχαν συνεισφέρει.

* Ο κ. Δ. Π. Σωτηρόπουλος είναι αναπληρωτής καθηγητής Σύγχρονης Πολιτικής Ιστορίας, διευθυντής του ΠΜΣ «Διακυβέρνηση & Επιχειρηματικότητα», αρχισυντάκτης της «Νέας Εστίας».

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ