ΒΙΒΛΙΟ

Τραγούδια μέσα από τη νεκρή γη

ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΣΧΙΝΑ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: Κριτική

ΑΛΕΞΗΣ ΠΑΝΣΕΛΗΝΟΣ
Ελαφρά ελληνικά τραγούδια
εκδ. Μεταίχμιο, σελ. 322

Μ​​εγάλωσα κι εγώ με το ραδιόφωνο ανοιχτό, με ελαφρά ελληνικά τραγούδια και εμβατήρια, γυναικείες φωνές που στρογγύλευαν τα φωνήεντα, ανδρικές που πότε πότε εκτρέπονταν σε τσακίσματα λυγμικά. Μεγάλωσα κι εγώ σε γειτονιά αθηναϊκή που είχε ακόμα κήπους και αλάνες, παιδιά με πατίνια και ξεφούσκωτες μπάλες ποδοσφαίρου, πατέρες με κοστούμια και αρζαντέ γραβάτες, μητέρες με λουλουδιασμένα φορέματα.

Οταν το παιδί στις σελίδες του Αλέξη Πανσέληνου κυκλοφορεί ανήσυχο κι εκστατικό, είχαν σωπάσει μόλις τα εμφύλια πυρά, αλλά δεν είχαν κατασιγαστεί τα εμφύλια πάθη: οι φυλακές ήταν γεμάτες, το Γουδί ήταν νωπό από το αίμα των εκτελεσμένων, οι κυβερνήσεις άλλαζαν κάθε λίγους μήνες, ο «ξένος παράγων» οργίαζε, τρόφιμα διανέμονταν με κουπόνια, ανάπηροι επαιτούσαν στις γωνίες, κάποιοι πλούτιζαν σκανδαλωδώς και άλλοι ξέπεφταν σιωπηρά, και ταυτόχρονα ο κόσμος γλεντούσε στα λαϊκά κέντρα, οι γκαλερίστες προετοίμαζαν εκθέσεις, οι θεατρώνες υπόσχονταν λαμπρές μετακλήσεις, κάποιοι ανακάλυπταν τα ελληνικά νησιά ως τόπους παραθερισμού και όχι εξορίας, και η ελληνική κυβέρνηση έστελνε ένα εκστρατευτικό σώμα στον πόλεμο της Κορέας.

Αλλά η Ελλάδα που περιγράφει ο Αλέξης Πανσέληνος στο τελευταίο του μυθιστόρημα δεν διαφέρει πολύ από την Ελλάδα στα τέλη της δεκαετίας του ’60, παρά το «οικονομικόν θαύμα» που μεσολάβησε στο μεταξύ – και ίσως γι’ αυτό να διάβασα το βιβλίο του σαν το χρονικό μιας απώλειας, που περιέχει και τη δική μου γενιά.

Ο Αλέξης Πανσέληνος επιτυγχάνει μια έξοχη συνάρθρωση ιστορίας και μύθου και συνάμα μια εντυπωσιακή σύμφυση μικρής και μεγάλης φόρμας. Σπάει την αφήγησή του στις μικροϊστορίες των ηρώων του, ανάμεσα στις οποίες κυκλοφορεί κι ένας μοναχικός, πρωτοπρόσωπος αφηγητής, παρατηρητής και στοχαστικός σχολιαστής, μάστορας της λεπτότερης ειρωνείας. Πολλά από τα σαράντα οκτώ κεφάλαια του βιβλίου χαρακτηρίζονται από μια τόσο εκρηκτική πυκνότητα και δραστικότητα, ώστε θα μπορούσαν να υπάρξουν αυτόνομα (κορυφαίο παράδειγμα το «Εκτελεστικό απόσπασμα»)· εκχωρώντας ωστόσο την αυτοτέλειά τους στη συνολική σύνθεση γίνονται αγωγοί ενός ρίγους που επιμένει ακόμα και στις ανάλαφρες σελίδες, για να μην πω ότι γίνεται πιο έντονο μέσα στις μεταπτώσεις της αφηγηματικής διάθεσης.

Ο συγγραφέας εκκινεί από το βίωμα για να αρθεί πάνω απ’ αυτό, χρησιμοποιώντας το ως εργαλείο για να κατευθύνει τη ροή της μνήμης, τις πτυχές και τους αναπαλμούς της ιστορικής και πολιτικής του συνείδησης. Συχνά εστιάζει στη μικρή λεπτομέρεια (μια κίνηση: το τίναγμα με τα δυο δάχτυλα μιας αθέατης σκονίτσας από ένα ολοκαίνουργιο κοστούμι· μια σύντομη σκηνή: δύο ζευγάρια πόδια που ανεβαίνουν βιαστικά τα «βουλιαγμένα από το μπες βγες δεκαετιών» μαρμάρινα σκαλοπάτια ενός φτηνού ξενοδοχείου, μια μισοφαγωμένη σεράνο που προσγειώνεται, δήθεν κατά λάθος, σε μια μεταξωτή γραβάτα) για να την κεντήσει, στη συνέχεια, πάνω σε μια πυκνή ιστορική ύλη· και από τη στενή και στενεμένη οδό του ιδιωτικού, να περάσει στη λεωφόρο του συλλογικού και του καθολικού.

Κρυφές και φανερές, οι αναφορές του σε πρόσωπα της εποχής (ο Σκαρίμπας, ο Ρίτσος, ο Μυριβήλης, βεβαίως ο πατέρας του, ο Ασημάκης Πανσέληνος, και άλλοι) λειτουργούν σαν γέφυρες ανάμεσα στο ιστορικά παραδεδομένο και το ποιητικά επινοημένο. Οσο για τα τραγούδια που προτάσσονται ως μότο στα περισσότερα κεφάλαια, αυτά συμπληρώνουν την αφήγηση, γίνονται το βάσιμο της γραφής.

Ο συγγραφέας περιγράφει το βιβλίο του ως τοιχογραφία «για μια εποχή δύσκολης ανάρρωσης ενός κόσμου που μάτωσε». Ανέρρωσε όμως, πράγματι, αυτός ο κόσμος; Ή η θεραπεία απάλειψε απλώς τα συμπτώματα, αφήνοντας την ασθένεια να λανθάνει, με κίνδυνο ανά πάσα στιγμή να ξαναφουντώσει; Το συγκλονιστικό τέλος του βιβλίου υποδεικνύει, μ’ έναν ελιγμό προς τον μαγικό ρεαλισμό, ποια θα μπορούσε να είναι η οδός προς την ίαση. Αλλά δεν θα την αποκαλύψω.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ