ΒΙΒΛΙΟ

«Καλέ μου Θεέ, μόνο να μη χάσω τη χαρά μου»

ΗΛΙΑΣ ΜΑΓΚΛΙΝΗΣ

Ο Μαξ φον Σίντοφ σε μια σκηνή από την «Πηγή των παρθένων» (1959) του Μπέργκμαν. Φέτος συμπληρώνονται εκατό χρόνια από τη γέννηση του μεγάλου σκηνοθέτη.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: Ο Κύριος Γκρι

«​​​​Την Κυριακή καθόμαστε, ο Ερλαντ και γω, στο δωμάτιό μου στο θέατρο και κουβεντιάζουμε για τον Σεμπάστιαν Μπαχ». Ποιος μιλάει; Ο Ινγκμαρ Μπέργκμαν. Οπου Ερλαντ, βλέπε τον Ερλαντ Γιόζεφσον, έναν από τους αγαπημένους ηθοποιούς του μεγάλου σκηνοθέτη, τον οποίο θυμήθηκα διαβάζοντας το πολύ ωραίο κείμενο της Μαρίας Κατσουνάκη, σε αυτό εδώ το ένθετο («Μας αρέσει ο Μπέργκμαν για τους δαίμονές του», 15.4.18), μέσω του οποίου μας θύμισε ότι φέτος κλείνουν εκατό χρόνια από τη γέννηση του Σουηδού μετρ.

«Ο,τι και να κάνεις, επιστρέφεις στη μουσική», σχολιάζει ο κύριος Γκρι, αναφερόμενος στον Μπαχ. «Ο Δάσκαλος», συνεχίζει ο Μπέργκμαν, «μόλις είχε γυρίσει από ένα ταξίδι, η γυναίκα του και δύο από τα παιδιά είχαν πεθάνει κατά την απουσία του. Στο ημερολόγιό του έγραψε: Καλέ μου Θεέ, μόνο να μη χάσω τη χαρά μου». Να μη χάσω τη χαρά μου· μεγάλη κουβέντα. «Σε όλη μου τη συνειδητή ζωή», παρατηρεί ο Μπέργκμαν, «έχω ζήσει με αυτό που ο Μπαχ έλεγε χαρά του. Μ’ έχει σώσει από κρίσεις και συμφορές και λειτουργούσε το ίδιο πιστά και η καρδιά μου: καμιά φορά υπερβολική και δυσκολόχρηστη, αλλά ποτέ εχθρική ή καταστροφική. Ο Μπαχ το ’λεγε η χαρά του, μια χαρά από τον Θεό. Καλέ μου Θεέ, μόνο να μη χάσω τη χαρά μου».

Υποτίθεται ότι οι ταινίες του Μπέργκμαν όχι μόνο δεν έχουν χαρά, αλλά, το αντίθετο, είναι βαριές και ασήκωτες: βαθιά nordic υπαρξιακή αγωνία, ψυχοβγαλτικές ανθρώπινες σχέσεις, καταχνιά. Ομως η χαρά για την οποία μιλάει ο Μπέργκμαν δεν είναι αυτή που μας έρχεται με χαρωπό βηματισμό. Είναι, ας πούμε, το αίσθημα των Σίλερ-Μπετόβεν στην «Ωδή στη χαρά» της συγκλονιστικής Ενάτης. Δεν υπάρχει κάτι το χαρούμενο αλλά μια εκστατική ευδαιμονία ώς το τρέμουλο· δέος απέναντι στη σαρωτική δυναμική της ζωής: όταν αφήνεσαι ολόκληρος στο θαύμα της – με τίμημα όμως να εναγκαλιστείς και τις άλλες της πτυχές: την απουσία, την απώλεια, τη φθορά, τον πόνο. Είναι μια δύσκολη χαρά: δεν περιέχει την ανεμελιά μα τον αέναο ερεθισμό της δημιουργίας, της κύησης, του σπασμού, της περιέργειας, του λαχανιάσματος, του βλέμματος που θέλει πάντοτε την κόρη διεσταλμένη.

«Ο Μπαχ έβρισκε αποκούμπι στον Θεό», λέει ο κύριος Γκρι, «ενώ ο Μπέργκμαν έβλεπε τον Θεό σαν μια αράχνη. Σε μία από τις ταινίες της “Τριλογίας της Σιωπής του Θεού”, ένας απελπισμένος πάστορας μιλάει για τον Θεό σαν να ήταν αράχνη – χώρια το ακαριαίο πλάνο μιας αράχνης στα εισαγωγικά πλάνα του “Περσόνα”. Κι ωστόσο, είναι στη “Σιωπή” εκείνη η σκηνή στο θέατρο: ένα ζευγάρι κάνει έρωτα στα κλεφτά, στο ημίφως· μία από τις πιο παθιασμένες και πιο αισθησιακές σκηνές που έχω δει».

Ακούμε με τον κύριο Γκρι το «Erbarme dich, mein Gott» από τα Κατά Ματθαίον Πάθη του Μπαχ. Το βασικό θέμα, ερμηνευμένο από το βιολί και την υψίφωνο, αναπτύσσεται σαν ένας λεπτός διάλογος ανάμεσα στο έγχορδο και στην ανθρώπινη φωνή. Ακούγοντας, σκέφτεσαι ότι η προσευχή του Μπαχ έπιασε τόπο: Καλέ μου Θεέ, μόνο να μη χάσω τη χαρά μου.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ