ΜΟΥΣΙΚΗ

Πασχαλινός Μπαχ και γαλλική συμφωνική μουσική

ΝΙΚΟΣ Α. ΔΟΝΤΑΣ

Ο Μάρκελλος Χρυσικόπουλος διευθύνει τα «Κατά Ιωάννην Πάθη» του Μπαχ στην αίθουσα «Φίλων της Μουσικής».

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: Κριτική

Στα «Κατά Ιωάννην Πάθη» του Γιόχαν Σεμπάστιαν Μπαχ επανήλθαν οι μουσικοί της Καμεράτας υπό τη διεύθυνση του Μάρκελλου Χρυσικόπουλου. Πριν από τέσσερα χρόνια τα είχαν παρουσιάσει Μεγάλη Δευτέρα (βλ. «Κ» 11.5.2014), φέτος τα ερμήνευσαν την Κυριακή των Βαΐων, 1η Απριλίου, στην πρώην αίθουσα «Φίλων της Μουσικής». Μαζί τους το φωνητικό σύνολο Capella di Atene, προετοιμασμένο από την Αθανασία Κυριακίδου, και τέσσερις μονωδοί: η υψίφωνος Φανή Αντωνέλου, η μεσόφωνος Χρυσάνθη Σπιτάδη, ο Ισπανός τενόρος Χουάν Σάντσο και ο βαθύφωνος Πέτρος Μαγουλάς. Μεμονωμένες φράσεις αποδόθηκαν από μέλη του φωνητικού συνόλου αλλά και από τον Ιάσονα Μαρμαρά, του οποίου η βασική συνεισφορά στη συγκεκριμένη συναυλία ήταν από το τσέμπαλο.

Προγενέστερα των «Κατά Ματθαίον Παθών», τα «Κατά Ιωάννην» πρωτοπαρουσιάστηκαν το 1724 και επί ένα τέταρτο του αιώνα αναθεωρούνταν από τον συνθέτη. Οι σκέψεις του έχουν αποτυπωθεί σε τρεις (τουλάχιστον) εκδοχές: η τελευταία τοποθετείται το 1749, αλλά καμία από τις τέσσερις δεν μπορεί να θεωρηθεί «οριστική».

Παρότι σχετικά εξοικειωμένοι με τη μουσική του Μπαχ αλλά και με αυτήν των συγκεκριμένων «Παθών», χρειάστηκε σχεδόν ολόκληρο το πρώτο μέρος του έργου μέχρι οι μουσικοί της Καμεράτας να βρουν τον βηματισμό τους. Η υπέροχη πρώτη άρια της μεσοφώνου έμοιαζε σαν να εκτελείται το βράδυ της συναυλίας για πρώτη φορά και δεν αρκούσε η ωραία φωνή της Χρυσάνθης Σπιτάδη προκειμένου να αναπληρώσει την αμηχανία στον συντονισμό και στη στυλιστική αβεβαιότητα. Υπήρχε μια διάχυτη αίσθηση περιορισμένης προετοιμασίας, η οποία προσδιόρισε το αποτέλεσμα: Ειδικά στις άριες, τα διάφορα όργανα που αναλάμβαναν σολιστικό ρόλο, είτε μόνα είτε συνομιλώντας με κάποιο άλλο όργανο, εμφάνιζαν θέματα ορθοτονίας περισσότερο συχνά απ’ ό,τι θα περίμενε κάποιος.

Στο δεύτερο μέρος της βραδιάς τα πράγματα φάνηκαν πιο συντονισμένα και το χορωδιακό σύνολο ενώθηκε πιο λειτουργικά, επιτυγχάνοντας περισσότερο εστιασμένο ήχο. Ο Πέτρος Μαγουλάς τραγούδησε με ευχάριστα γεμάτη φωνή και σαφή άρθρωση τα μέρη του Ιησού, ενώ η καθαρή και εστιασμένη φωνή της Φανής Αντωνέλου εκτιμήθηκε όπως πάντα. Ο Χουάν Σάντσο ως Ευαγγελιστής επωμίστηκε το μεγαλύτερο βάρος και ερμήνευσε αξιοπρεπώς τα μέρη του, παρότι η άρθρωσή του δεν βοηθούσε την απόδοση του κειμένου. Η ερμηνεία του «Τετέλεσται» από τη Χρυσάνθη Σπιτάδη ανήκε στις πιο συγκινητικές στιγμές της βραδιάς, όπως άλλωστε συνολικά η κατάληξη του έργου.

Απουσία εξοικείωσης

Είναι κοινό μυστικό ότι το γαλλικό ρεπερτόριο του 19ου αιώνα έχει ειδικές απαιτήσεις σε ό,τι αφορά τον ήχο και την έκφραση. Η διαφάνεια των εγχόρδων είναι απαραίτητη προϋπόθεση, όπως επίσης η ακρίβεια των διατυπώσεων, ώστε οι ευαίσθητες ισορροπίες της ενορχήστρωσης αλλά συχνά και της ίδιας της γραφής όχι μόνο να μη διαταραχθούν, αλλά και να αναδειχτούν ως προτέρημα του εκάστοτε έργου.

Για καμία ορχήστρα, ούτε καν για τις σημερινές γαλλικές, δεν είναι εύκολο να αποδώσουν τα στοιχεία αυτά, καθώς η διεθνοποιημένη αισθητική, όπως έχει διαμορφωθεί σήμερα, τείνει σε μια ομογενοποιημένη άποψη για όλο το εύρος του ρεπερτορίου. Παράλληλα, η στελέχωση των μουσικών συνόλων με μουσικούς απ’ όλο τον κόσμο, πολύ καλούς μεν αλλά μαθημένους σε μια τεχνική και μια αισθητική ικανή να ανταποκριθεί σε όλα, επιτείνει το πρόβλημα της ξεχωριστής ταυτότητας.

Τίποτε από τα παραπάνω, βεβαίως, δεν αφορά τη δική μας Κρατική Ορχήστρα Αθηνών, στελεχωμένη στη πλειονότητά της από Ελληνες μουσικούς. Εδώ τα προβλήματα προκύπτουν από τη σπάνια ερμηνεία έργων του συγκεκριμένου ρεπερτορίου και τη συνακόλουθη απουσία εξοικείωσης των μουσικών με αυτό. Επιπλέον, στη διάρκεια περιορισμένων δοκιμών ακόμη και ο πλέον γνώστης και επιπροσθέτως επικοινωνιακός αρχιμουσικός δεν μπορεί να κάνει θαύματα. Ετσι, λοιπόν, θαύματα δεν έγιναν ούτε στις 23 Μαρτίου στην αίθουσα «Φίλων της Μουσικής», όπου παρουσιάστηκε πρόγραμμα με έργα των Ντεμπισί, Ιμπέρ και Ραβέλ. Την ορχήστρα διηύθυνε ο γερμανικής καταγωγής Ισπανός συνθέτης και αρχιμουσικός Πέντρο Χάλφτερ, γιος του συνθέτη Κριστόμπαλ Χάλφτερ, ενώ σολίστ στο Κοντσέρτο για φλάουτο και ορχήστρα του Ζακ Ιμπέρ ήταν η Μαγκαλί Μονιέ, πρώτο φλάουτο της Φιλαρμονικής Ορχήστρας της Γαλλικής Ραδιοφωνίας.

Στο πρώτο μέρος της βραδιάς τα πράγματα κύλησαν σχετικά αισιόδοξα, κυρίως χάρη σε δύο φλαουτίστες, τον νεαρό Στάθη Καραπάνο, ο οποίος υπήρξε σολίστ στο «Απομεσήμερο ενός φαύνου» του Ντεμπισί, και, φυσικά, τη Μονιέ, η οποία απέδωσε υποδειγματικά το Κοντσέρτο του Ιμπέρ. Εκτός από την απαραίτητη δεξιοτεχνία διέθετε κυρίως τον ωραίο και μαλακό ήχο, όπως επίσης τη μουσικότητα για τη διαμόρφωση φράσεων με αδιάλειπτη ροή και μεγάλη κομψότητα. Αντίστοιχα, ο Χάλφτερ έλεγξε πολύ καλά τις δυνάμεις της Κρατικής, περιορίζοντας τις εντάσεις και διαμορφώνοντας επιτυχημένες κορυφώσεις, ειδικά στον Ντεμπισί.

Λιγότερο επιτυχημένο υπήρξε το δεύτερο μέρος της συναυλίας. Τόσο η «Βάρκα στον ωκεανό» του Ραβέλ, όσο κυρίως η «Θάλασσα» του Ντεμπισί, υπήρξαν πραγματικές θάλασσες από νότες, συχνά τρικυμιώδεις, αλλά λιγότερο συχνά μουσικές.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ