Μιχάλης Τσιντσίνης ΜΙΧΑΛΗΣ ΤΣΙΝΤΣΙΝΗΣ

Γιάννης Δραγασάκης: Τσιμεντόλιθοι

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: ΜΑΣΚΕΣ

Ηταν στην Ουάσιγκτον, σε μια φθινοπωρινή σύνοδο του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου, τον Οκτώβριο του 2014. Η κυβέρνηση Σαμαρά, εκπροσωπούμενη από τον Γκίκα Χαρδούβελη, πήρε εκεί το μήνυμα ότι το περιπόθητο τέλος του μνημονίου δεν θα ερχόταν, όσο εύκολα ήλπιζε η ελληνική πλευρά. Τελικώς, δεν ήρθε καθόλου. Γι’ αυτό και η είδηση ότι αυτές τις ημέρες, στην εαρινή σύνοδο του ΔΝΤ, επωάζεται παράταση του τρίτου μνημονίου ακούστηκε ανατριχιαστικά γνώριμη.

Υπάρχουν βέβαια πολλές διαφορές – στα πρόσωπα και στα πράγματα. Η κρίσιμη ομοιότητα, όμως, είναι ότι τώρα, όπως και τότε, μια ασταθής κυβέρνηση με επιεικώς αβέβαιο μέλλον επιδιώκει μια έξοδο, οι όροι της οποίας υπερβαίνουν κατά πολύ τον ορίζοντα των εκλογικών της σκοπιμοτήτων.

Τώρα, όπως και τότε, οι δανειστές, έχοντας πείρα της ασυνέχειας του ελληνικού κράτους, εμφανίζονται διστακτικοί να συνομολογήσουν το μεταμνημονιακό πρόγραμμα με μια κυβέρνηση που δεν θα προλάβει να το εφαρμόσει. Διστακτικοί αλλά και διχασμένοι για το τι μορφή πρέπει να πάρει η φόρμουλα εποπτείας, που δεν μπορεί να ακολουθήσει, όπως ευχόταν χθες ο Δραγασάκης, το προηγούμενο της Ιρλανδίας, της Κύπρου και της Πορτογαλίας· που θα πρέπει να είναι προσαρμοσμένη στην ελληνική ιδιαιτερότητα.

Οι δανειστές χρειάζονται χρόνο για να συμφωνήσουν μεταξύ τους τα συστατικά της φόρμουλας. Η κυβερνητική καθυστέρηση στην υλοποίηση των προαπαιτουμένων τούς δίνει το έρεισμα να χρεώσουν στην Αθήνα την υπερημερία.

Δεν φταίει όμως η καθυστέρηση – που πια έχει φτάσει να θεωρείται μέρος του προγράμματος. Φταίει κυρίως ότι τους τελευταίους μήνες η κυβέρνηση κάνει τα πάντα για να τροφοδοτήσει τη δυσπιστία των έξω, υπονομεύοντας εντέλει τον εαυτό της.
Ο Ευκλείδης Τσακαλώτος, αντί υπεσχημένου αναπτυξιακού προγράμματος, στέλνει στις Βρυξέλλες λιμπρέτo βαρουφακικού μπαρόκ. Ο Γιάννης Δραγασάκης –ο τσιμεντόλιθος, υποτίθεται, της κυβερνητικής σωφροσύνης– υπόσχεται αυξήσεις μισθών μέχρι το τέλος του χρόνου. Ολη η κυβέρνηση, νύχτα και μέρα, πανηγυρίζει προκαταβολικά την έξοδο σαν το τέλος της νηστείας.

Αυτή η καμπάνια απευθύνεται μεν στο εσωτερικό ακροατήριο, αλλά αντηχεί στο εξωτερικό σαν ομοβροντία ανησυχητικών μηνυμάτων. Υποκλέπτοντας τη γλώσσα που χρησιμοποιούσε η τρόικα το 2014, θα λέγαμε ότι είναι μια καμπάνια αναζωπύρωσης του «πολιτικού κινδύνου».

Αντέχει η κυβέρνηση να περάσει το τέταρτο φθινόπωρό της στην κλίνη του Προκρούστη; Το ενδεχόμενο της παράτασης –και μόνο ως ενδεχόμενο– τα αλλάζει όλα. Στερεί από την κυβέρνηση τη μόνη της σταθερά: την πίστη ότι οι Ευρωπαίοι, για τους δικούς τους λόγους, θα της έδιναν εξιτήριο – έστω και βεβαρημένο με υποθήκες. Τώρα το σενάριο του ανθόσπαρτου Αυγούστου δεν το πουλάει πια ούτε ο Μοσκοβισί «τους».

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ