ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Αποψη: Η πολιτική Ερντογάν και η δέσμευση των ΗΠΑ

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΜΠΙΤΣΙΟΣ*

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Η πολιτική της Τουρκίας έναντι της Ελλάδας έχει αλλάξει επίπεδο. Δεν περιορίζεται στην αμφισβήτηση του νομικού καθεστώτος στο Αιγαίο και στη ρητορική περί «γκρίζων ζωνών» για να μας σύρει σε διαπραγματεύσεις. Εχει μπει στη λογική της οικειοποίησης. Το θέμα δεν αφορά μόνο τα Ιμια. Αφορά σε ένα σύνολο νησίδων, πολλές εκ των οποίων είναι κατοικημένες.

Η δήλωση του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, η οποία στιγμάτιζε την επιθετικότητα της Τουρκίας ήταν μια επιτυχία της ελληνικής και της κυπριακής διπλωματίας. Αν και οι σχέσεις Ευρωπαϊκής Ενωσης - Τουρκίας (ενταξιακή πορεία και χρηματοδότηση) έχουν συνδεθεί ισχυρά και στο παρελθόν με τις ελληνοτουρκικές σχέσεις και το Κυπριακό, η δήλωση ενισχύει το κεκτημένο των εθνικών θέσεων.

Με το «πάγωμα» των σχέσεων Ε.Ε. - Τουρκίας, η αξία της σύνδεσης έχει πλέον μικρότερη διαπραγματευτική αξία. Αυτό δε, σημαίνει ότι η Ε.Ε. δεν έχει ισχυρούς μοχλούς πίεσης. Η εύθραυστη τουρκική οικονομία δεν αφήνει στον Ερντογάν περιθώρια για ρήξη.

Χωρίς την Ευρώπη, η Τουρκία δεν επιβιώνει οικονομικά. Τα δύο τρίτα των επενδύσεων προέρχονται από την Ε.Ε. Οι μισές τουρκικές εξαγωγές κατευθύνονται προς την Ευρώπη. Θα ήταν χρήσιμο η Ε.Ε. να του το υπενθυμίζει όταν απειλεί την Ευρώπη.

Θα ήταν, όμως, λάθος να εκτιμήσουμε ότι η Ε.Ε. θα εγγυηθεί έμπρακτα, την εθνική ασφάλεια της Ελλάδας και της Κύπρου. Σε περίπτωση θερμού επεισοδίου ή σύρραξης, η Ενωση θα αρκεστεί σε δηλώσεις συμπαράστασης και αποφάσεις καταδίκης. Αντιθέτως, με επιστολή από το 1976, οι ΗΠΑ έχουν δεσμευθεί ότι «θα αντιταχθούν ενεργά και απροσχημάτιστα στην επιδίωξη στρατιωτικής επιλύσεως» στο Αιγαίο.

Πράγματι, με την επιστολή αυτή αλλά και με τις προφορικές διαβεβαιώσεις που έδωσαν σε ανώτατο επίπεδο, ανέλαβαν τη δέσμευση στρατιωτικής εμπλοκής σε περίπτωση τουρκικής επίθεσης στο Αιγαίο. Η δέσμευση αυτή ισχύει και είναι άμεσα συνδεδεμένη με την παρουσία των αμερικανικών βάσεων στην Ελλάδα. Στην κρίσιμη αυτή περίοδο, είναι σκόπιμο να την υπενθυμίζουμε στην κυβέρνηση των ΗΠΑ.

Αποφασιστική για την πορεία των αμερικανοτουρκικών σχέσεων θα είναι και η στάση του νέου υπουργού των Εξωτερικών Μάικ Πομπέο. Ο Πομπέο έχει χαρακτηρίσει την Τουρκία «απολυταρχική ισλαμική δικτατορία». Ο δε νέος σύμβουλος Εθνικής Ασφαλείας Τζον Μπόλτον, κατά τη διάρκεια του πραξικοπήματος στην Τουρκία, δήλωσε ότι «δεν θα χύσω δάκρυα εάν ο Ερντογάν χάσει την εξουσία, δεν είναι φίλος των ΗΠΑ».

Ο Ερντογάν κατηγορεί τις ΗΠΑ ότι υπονομεύουν την κυβέρνησή του, ότι στηρίζουν «στρατό τρομοκρατών» στα βόρεια σύνορα της Συρίας, ότι χρηματοδοτούν το Ισλαμικό Κράτος και ότι ο Γκιουλέν που –κατ’ αυτόν– οργάνωσε το πραξικόπημα ζει και προστατεύεται στις ΗΠΑ. Η έλλειψη εμπιστοσύνης είναι βαθιά ριζωμένη και όσο ο Ερντογάν είναι στην εξουσία, δύσκολα αποκαθίσταται.

Οι ΗΠΑ δεν επιθυμούν να σπάσουν τις σχέσεις με την Αγκυρα. Προκύπτει, όμως, το ερώτημα για πόσο διάστημα θα συνεχίζουν να ανέχονται την πολιτική του Ερντογάν. Με την επιθετική του ρητορική εναντίον των ΗΠΑ, την παραβίαση των κυρώσεων έναντι του Ιράν και της Ρωσίας, την πολιτική του στη Συρία ο Ερντογάν αποδομεί το κύρος των ΗΠΑ διεθνώς.

Με την επιρροή της Ρωσίας και του Ιράν να ενισχύεται από τη Βηρυτό μέχρι την Τεχεράνη, οι ΗΠΑ θα πρέπει σύντομα να πάρουν στρατηγικές αποφάσεις. Επωφελούμενη της γεωστρατηγικής της σημασίας, η Τουρκία διαχρονικά απειλεί τη Δύση για να αποσπά ανταλλάγματα. Απειλεί ότι θα φύγει από το ΝΑΤΟ, ότι θα κλείσει τη βάση Ιντσιρλίκ, ότι θα αυξήσει τις μεταναστευτικές ροές προς την Ευρώπη. Η πραγματικότητα, όμως, είναι ότι δεν έχει βιώσιμες εναλλακτικές επιλογές. Με τη Ρωσία έχει ισχυρούς οικονομικούς δεσμούς, αλλά η σχέση είναι εύθραυστη από τις αντικρουόμενες και αγεφύρωτες γεωπολιτικές επιδιώξεις.

Η Αθήνα δεν συνειδητοποίησε έγκαιρα την ποιοτική κλιμάκωση των τουρκικών προκλήσεων. Αιφνιδιάστηκε από τις εξελίξεις, τις οποίες υποτίμησε και προσαρμόζει πλέον με καθυστέρηση τον σχεδιασμό της στα νέα δεδομένα. Η Τουρκία χρησιμοποιεί την ομηρία των δύο στρατιωτικών για την απόσπαση ανταλλαγμάτων. Δεν θα συγκινηθεί από τις πιέσεις συμμάχων και εταίρων. Η απόφαση για την επιστροφή τους θα είναι πολιτική και τη συνδέει με την έκδοση των οκτώ Τούρκων στρατιωτικών.

Ο Ερντογάν θα συνεχίσει να χρησιμοποιεί την απειλή χρήσης στρατιωτικής βίας για να αποκομίζει πολιτικά-διπλωματικά οφέλη. Η Αθήνα ορθά παίζει «άμυνα ζώνης». Πρέπει να αποφύγει κινήσεις που θα μπορούσαν να την εμπλέξουν σε θερμό επεισόδιο. Ορθά επίσης, καθιστά ταυτόχρονα σαφές ότι εάν η Τουρκία εισβάλει σε ελληνικό έδαφος θα επέλθει γενικευμένη σύρραξη.

Οσο ο Ερντογάν εκτιμά ότι αυτό μπορεί να συμβεί, θα αποφύγει τον πειρασμό πρόκλησης θερμού επεισοδίου. Αν και το ισοζύγιο στρατιωτικής ισχύος με την Τουρκία είναι εις βάρος μας, οι ελληνικές ένοπλες δυνάμεις έχουν ακόμα τη δυνατότητα να καταφέρουν ισχυρά πλήγματα.

* Ο κ. Κων. Μπίτσιος είναι πρέσβης ε.τ., εκτελεστικός αντιπρόεδρος του ΣΕΒ.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ