ΓΙΩΡΓΟΣ ΓΕΡΑΠΕΤΡΙΤΗΣ*

Ανώτατη παιδεία χωρίς όραμα και σχεδιασμό

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

B​​ρίσκεται σε εξέλιξη μια διαδικασία αναδιάταξης της ανώτατης παιδείας, η οποία εκκινεί από τον τρόπο εισαγωγής νέων φοιτητών στα ανώτατα εκπαιδευτικά ιδρύματα και απολήγει σε θέματα οργάνωσης των πανεπιστημίων. Η διαδικασία αυτή είναι, εντούτοις, εντελώς ανορθολογική και φαίνεται να υποβάλλει την πιο σημαντική μακροσκοπικά δημόσια πολιτική σε ευκαιριακά συμφέροντα. Και τούτο διότι, αφενός, στερείται του αναγκαίου διαβουλευτικού χαρακτήρα και, αφετέρου, συντελείται χωρίς ένα στοιχειώδες επιχειρησιακό σχέδιο.

Σε επίπεδο διαβούλευσης, η αναμόρφωση στην οργάνωση της ανώτατης εκπαίδευσης συντελείται ερήμην των πανεπιστημιακών λειτουργών. Ερήμην, δηλαδή, εκείνων που κατά τεκμήριο γνωρίζουν περισσότερο από τον καθέναν τις ανάγκες και τα προβλήματα που δυναμικά αναπτύσσονται στην παιδεία και, σε κάθε περίπτωση, θα κληθούν να εφαρμόσουν το νέο αυτό ρυθμιστικό πλαίσιο. Η περιφρόνηση αυτή συνιστά συνειδητή πράξη απαξίωσης του έργου των πανεπιστημιακών και απηχεί μιαν αντίληψη μονοπωλίου σοφίας και ιδεολογικής έπαρσης εκ μέρους του υπουργείου Παιδείας. Επιπλέον, δε, αγνοούνται και φορείς οι οποίοι έχουν λόγο και γνώση των αναγκών στην παροχή εξειδικευμένης και προοπτικής γνώσης, όπως είναι επαγγελματικοί φορείς και τομεακά επιμελητήρια.

Σε επίπεδο επιχειρησιακού σχεδίου, όλες οι ανακατατάξεις, από την περιπτωσιολογική αναβάθμιση Τεχνολογικών Εκπαιδευτικών Ιδρυμάτων (ΤΕΙ) έως την ίδρυση νέων σχολών, όπως η προταθείσα νέα Νομική Σχολή στην Πάτρα, συντελούνται χωρίς να υπάρχει έστω και μία μελέτη (γνωσιολογική, οικονομοτεχνική, βιωσιμότητας), η οποία να έχει δημοσιοποιηθεί ή να έχει κοινοποιηθεί στην πανεπιστημιακή κοινότητα. Αντί δηλαδή η πολιτική ηγεσία της παιδείας να εκπονήσει ένα κεντρικό αναπτυξιακό σχέδιο που θα αφορά το όραμα για την ανώτατη παιδεία το 2030, με σχετικό χρονοδιάγραμμα εκτέλεσης, εκκινεί από μεμονωμένες ενέργειες οι οποίες δεν κατατείνουν σε έναν μεγάλο στόχο. Εξαιτίας αυτού του αυτονόητου σχεδιαστικού λάθους ελλείπουν και οι βασικές αρχές πάνω στις οποίες θα έπρεπε να αναπτυχθεί η νέα αρχιτεκτονική.

Οι αρχές αυτές είναι οι ακόλουθες:

• Η αξιολόγηση. Οι ανωτατοποιήσεις των ΤΕΙ πρέπει να υπακούουν σε ουσιαστική αξιολόγηση ιδρυμάτων και εκπαιδευτικού προσωπικού και όχι, ασφαλώς, στην τυχαιότητα των πολιτικών ή τοπικών συμφερόντων ή στην άκριτη αναβάθμιση ανάξιων δομών και στο εμπόριο ελπίδας.

• Η επικουρικότητα. Νέες πανεπιστημιακές δομές δημιουργούνται μόνον όταν εξυπηρετούνται ήδη σε απόλυτο μέτρο οι υφιστάμενες δομές. Εν προκειμένω, τα πανεπιστήμια, με αποκλειστική ευθύνη της πολιτείας, αντιμετωπίζουν τεράστια προβλήματα ασφάλειας με επανειλημμένες βιαιότητες εντός των ιδρυμάτων, εγκληματικότητας με διακίνηση και χρήση ουσιών και εκτεταμένο παρεμπόριο στις εισόδους των σχολών, υποδομών λόγω έλλειψης των αναγκαίων πόρων, υποστελέχωσης εξαιτίας της μη προκήρυξης νέων θέσεων και αμοιβών του διδακτικού προσωπικού, που είναι εξευτελιστικές για το κύρος του λειτουργήματος που επιτελούν και την επένδυση που έχουν πραγματοποιήσει στη γνώση.

• Η αυτονομία. Ενόσω επιχειρείται ασύμμετρος πελατειακός γιγαντισμός, αντί της θεραπείας των υφιστάμενων παθολογιών, την ίδια στιγμή εμποδίζονται τα πανεπιστήμια να εισάγουν ακριβά ξενόγλωσσα μεταπτυχιακά προγράμματα που θα προσελκύσουν αλλοδαπούς φοιτητές και θα εξασφαλίσουν τους αναγκαίους πόρους, επιβάλλονται σε πανεπιστημιακούς αντισυνταγματικές αναδρομικές επιβαρύνσεις και καθιερώνονται για τις ερευνητικές δραστηριότητες ανεπίτρεπτα βαριές γραφειοκρατικές διαδικασίες.

• Η προσαρμοστικότητα. Οι νέες σχολές πρέπει να απηχούν γνωσιολογικές ανάγκες και επαγγέλματα της νέας εποχής και όχι να επικεντρώνονται σε γνωστικά πεδία που είναι επαγγελματικά απολύτως κορεσμένα, μόνον επειδή εμφανίζουν υψηλή ζήτηση.
Εφόσον το υπουργείο Παιδείας επιθυμεί να επιτελέσει ένα γνήσια ωφέλιμο έργο στην ανώτατη εκπαίδευση δεν χρειάζεται να αυτοσχεδιάζει ή, πολύ περισσότερο, να πλειοδοτεί σε ευχάριστες –αλλά θνησιγενείς– δράσεις που φθείρουν ακόμη περισσότερο τη δημόσια εκπαίδευση. Αρκεί να μελετήσει συστήματα προηγμένων εκπαιδευτικά χωρών και να υιοθετήσει τις καλές πρακτικές τους, όπως έχουν επιτυχώς πράξει άλλες χώρες με ελάχιστη ιστορική παράδοση στην εκπαίδευση, με πιο χαρακτηριστικό το παράδειγμα της Κύπρου. Στο Ηνωμένο Βασίλειο, η αναβάθμιση των πολυτεχνείων, δομών αντίστοιχων με τα ελληνικά ΤΕΙ, ολοκληρώθηκε το 1992, κεντρικά για όλα τα ιδρύματα, έπειτα από μία δεκαετία προετοιμασίας, μελετών και αξιολογήσεων υπό την εποπτεία μιας πανίσχυρης ανεξάρτητης αρχής αποτελούμενης από πανεπιστημιακούς. Στην Ελλάδα του σήμερα, δυστυχώς, η μόνη μελέτη είναι το μέλημα για την ικανοποίηση της εκλογικής πελατείας. Στην υποβάθμιση, όμως, της παιδείας η ιστορία θα είναι αμείλικτη. Διότι έτσι υποθηκεύεται το μόνο ελπιδοφόρο αγαθό που έχει πια απομείνει στην πατρίδα: οι επερχόμενες γενιές της.

* Ο κ. Γιώργος Γεραπετρίτης είναι καθηγητής της Νομικής Σχολής του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ