ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Οι αγορές τιμωρούν τη χαλαρή δημοσιονομική πολιτική του Τραμπ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Με επιφυλακτικότητα και προβληματισμό παρακολουθούν παράγοντες των αγορών την άνοδο των αποδόσεων και την υποχώρηση των τιμών στα αμερικανικά ομόλογα έπειτα από περίοδο 30 χρόνων, στη διάρκεια της οποίας οι ΗΠΑ δανείζονταν με ολοένα και πιο χαμηλό επιτόκιο. Το 10ετές κόστος δανεισμού για τις ΗΠΑ προσεγγίζει πλέον το 3%, απόδοση που αντανακλά τη δημοσιονομική χαλάρωση που εφαρμόζει ο Λευκός Οίκος και τη νομισματική πειθαρχία που θα πρέπει να εφαρμοστεί ως αντίβαρο. Τα προηγούμενα χρόνια, οι αγορές είχαν συνηθίσει σε ένα περιβάλλον χαμηλών επιτοκίων καθώς η οικονομία των ΗΠΑ αναπτυσσόταν και ασκούνταν αυστηρότερος έλεγχος στα δημοσιονομικά μεγέθη.

Σήμερα, όμως, είμαστε μάρτυρες μιας σημαντικής αλλαγής. Η Fed προχωράει σε εξομάλυνση των επιτοκίων, ενώ ο Λευκός Οίκος μειώνει τους φόρους και προαναγγέλλει αύξηση των δημόσιων δαπανών. Το έλλειμμα στον προϋπολογισμό των ΗΠΑ θα ξεπεράσει το ένα τρισ. δολάρια το 2020, δύο χρόνια νωρίτερα απ’ ό,τι προβλέπονταν, αναφέρεται σε πρόσφατη έκθεση του Γραφείου Προϋπολογισμού του Κογκρέσου (CBO). Η CBO, επίσης, δεν θεωρεί ότι η φορολογική μεταρρύθμιση του Αμερικανού προέδρου Ντόναλντ Τραμπ θα ωφελήσει μακροπρόθεσμα τη χώρα. Κυκλοφορούν, παράλληλα, σενάρια που θέλουν την Ομοσπονδιακή Τράπεζα των ΗΠΑ να προχωράει σε μεγαλύτερη αύξηση του βασικού της επιτοκίου, όσο θα αυξάνεται ο πληθωρισμός στην οικονομία.

Σε πρόσφατη έκθεση του CBO αναφέρεται ότι το δημοσιονομικό έλλειμμα των ΗΠΑ θα αυξάνεται τα επόμενα χρόνια, διότι η μεγάλη μείωση της φορολογίας των επιχειρήσεων, που τέθηκε σε εφαρμογή από τις αρχές του έτους, δεν θα ενισχύσει την ανάπτυξη της χώρας σε μακροπρόθεσμο ορίζοντα. Αντίθετα, θα οδηγήσει σε μείωση των φορολογικών εσόδων κατά 1,1 τρισ. δολάρια την επόμενη 10ετία. Αρα, το ομοσπονδιακό κράτος θα αναγκαστεί να δανείζεται περισσότερα κεφάλαια από τις αγορές, για να καλύπτει τις ανάγκες του προϋπολογισμού και αυτό σημαίνει δημοσιονομική χαλάρωση, η οποία κατά κανόνα προκαλεί νευρικότητα στις αγορές.

«Οι επενδυτές υποτιμούν το πόσο θα αυξηθεί το βασικό επιτόκιο της Fed από σήμερα έως τα μέσα του επόμενου έτους», σχολιάζει ο Τζον Χίγκινκς, επικεφαλής στρατηγικής των αγορών στην οικονομική ειδησεογραφική ιστοσελίδα Marketwatch. Ο Τζον Γουίλιαμς, πρόεδρος της Fed στο Σαν Φρανσίσκο, δήλωσε ότι ο πληθωρισμός στις ΗΠΑ θα ξεπεράσει τον στόχο του 2% τα επόμενα χρόνια. Η δήλωση αυτή ενθαρρύνει τις προβλέψεις για αύξηση του βασικού επιτοκίου στο 3% έως τα τέλη του επόμενου έτους, από το 1,5% με 1,75% που ισχύει σήμερα. Οπότε η αύξηση της απόδοσης του 10ετούς αμερικανικού ομολόγου αντανακλά αυτήν την πεποίθηση, ενώ το κλείσιμο της ψαλίδας με την απόδοση του διετούς ομολόγου αντικατοπτρίζει την ανησυχία των επενδυτών για τη βραχυπρόθεσμη προοπτική της οικονομίας.

Χθες η απόδοση του αμερικανικού 10ετούς ομολόγου κινήθηκε σε απόσταση αναπνοής από το 3%, φθάνοντας το 2,99%, που είναι το υψηλό πέντε ετών. Μάλιστα, η διαφορά αποδόσεων από το 10ετές ομόλογο της Γερμανίας έφθασε στο υψηλό 29ετίας. Ενδεικτικό στοιχείο των ανοδικών τάσεων που επικρατούν στην αμερικανική αγορά χρέους ήταν ότι η απόδοση του 10ετούς ομολόγου κυμαινόταν στο χαμηλό του 2,07% τον Σεπτέμβριο του 2017. Παράλληλα, η απόδοση του διετούς ομολόγου προσέγγισε χθες το 2,478%, φθάνοντας το 2,478%, που είναι το υψηλότερο επίπεδο από το 2008. Τότε επικρατούσε μεγάλη αβεβαιότητα για την πορεία της αμερικανικής και της παγκόσμιας οικονομίας, με τη Fed να παρεμβαίνει εν μέσω της κρίσης, λαμβάνοντας σημαντικά μέτρα στήριξης.

Μερίδα αναλυτών τονίζει ότι μεγαλύτερη ανησυχία προκαλεί η μεταβλητότητα στις αγορές του αμερικανικού χρέους, ένα φαινόμενο που παρατηρείται σε μεγαλύτερο βαθμό στα χρηματιστήρια το τελευταίο δίμηνο. Βασικό αίτιο είναι ο κίνδυνος ενός εμπορικού πολέμου ανάμεσα στην Κίνα και στις ΗΠΑ, που εκτιμάται ότι θα οδηγήσει σε άνοδο των τιμών στην εγχώρια αγορά, πλήττοντας την αναπτυξιακή προοπτική της μεγαλύτερης οικονομίας του κόσμου. Ενας τέτοιος κίνδυνος προκαλεί νευρικότητα στις αγορές χρέους και μετοχών, διότι θα προμήνυε ενίσχυση του πληθωρισμού και άρα μεγαλύτερη ανάγκη αύξησης των επιτοκίων.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ