ΑΠΟΣΤΟΛΗΣ ΔΗΜΗΤΡΟΠΟΥΛΟΣ*

Η αποκομματικοποίηση της εκπαίδευσης εκκρεμεί!

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Η διοίκηση της εκπαίδευσης είναι αποφασιστικής σημασίας για την ποιότητά της. Τo σχετικό νομοσχέδιο του υπουργείου Παιδείας όμως, που οδεύει προς τη Βουλή, διαιωνίζει τις γνωστές παθογένειές της.

Κατ’ αρχάς, διατηρεί αμετάβλητο τον συγκεντρωτισμό –όπου όλα αποφασίζονται από τον υπουργό!– παρά το γεγονός ότι η ελληνική εκπαίδευση είναι το πλέον συγκεντρωτικό εκπαιδευτικό σύστημα στην Ευρώπη, δύσκαμπτο, και με χαμηλές επιδόσεις των μαθητών. Παράλληλα, διαιωνίζει τον κομματικό έλεγχο της διοίκησης της εκπαίδευσης και των σχολείων και –μέσω αυτού– τα «παραδίδει» στα εκπαιδευτικά συνδικάτα που ασκούν ισχυρή επιρροή στα πολιτικά κόμματα και τους υπουργούς.

H προβλεπόμενη συμμετοχή ενός εκπροσώπου του ΑΣΕΠ, ως προέδρου του Κεντρικού Συμβουλίου Επιλογής (επιλέγει 13 περιφερειακούς διευθυντές και 116 διευθυντές εκπαίδευσης), είναι εντελώς ανεπαρκής για να διασφαλίσει την αμερόληπτη επιλογή των ικανοτέρων και την αποκομματικοποίηση της εκπαίδευσης. Το προτεινόμενο συμβούλιο αποτελείται ακόμα από 1 εκπρόσωπο του ΕΚΔΑ (Εθνικό Κέντρο Δημόσιας Διοίκησης), 3 καθηγητές ΑΕΙ και 2 μέλη (όλοι επιλέγονται από τον υπουργό, χωρίς περιορισμούς, με μοναδικό «προσόν» την «εμπιστοσύνη» του) και 4 (2 στην περίπτωση επιλογής διευθυντών εκπαίδευσης) αιρετούς εκπροσώπους των συνδικαλιστικών παρατάξεων των εκπαιδευτικών.

Με παρόμοιο τρόπο συγκροτούνται και τα Περιφερειακά Συμβούλια Επιλογής (επιλέγουν τα περιφερειακά όργανα) αλλά και τα Συμβούλια Επιλογής Διευθυντών Σχολείων. Ολα ελέγχονται από τον υπουργό/κόμμα από κοινού με τα συνδικάτα. Επιπλέον, το νομοσχέδιο προβλέπει την «ανατροφοδοτική αποτίμηση» του έργου κάθε σχολείου (αυτοαξιολόγηση). Χωρίς δύο προϋποθέσεις –αντιτίθενται σε αυτές οι συνδικαλιστές– απολύτως απαραίτητες για να έχει ουσιαστικό περιεχόμενο και πραγματικό νόημα η διαδικασία:

α) Οι αποφασιστικές αρμοδιότητες των σχολείων. Τα ελληνικά σχολεία απλώς διεκπεραιώνουν μια λεπτομερή νομοθεσία που ρυθμίζει τα οικονομικά, διοικητικά και εκπαιδευτικά θέματα (αναλυτικό και ωρολόγιο πρόγραμμα, βιβλία κ.λπ.). Χωρίς όμως ευθύνη για το έργο τους, δεν νοείται αξιολόγηση της ποιότητας και λογοδοσία των σχολείων.

β) Η εξωτερική αξιολόγηση. Χωρίς αυτήν δεν υπάρχει καμία επιβεβαίωση και επικύρωση όσων περιλαμβάνονται στις εκθέσεις αυτοαξιολόγησης των σχολείων.

Επίσης, το νομοσχέδιο καταργεί το Π.Δ. 153/2012 για την ατομική αξιολόγηση των εκπαιδευτικών (δεν εφαρμόστηκε) και θεσμοθετεί μόνο την αξιολόγηση όσων εκπαιδευτικών επιλέγονται σε θέσεις διοικητικής ή παιδαγωγικής ευθύνης. Εφόσον όμως η αξιολόγηση των δημοσίων υπαλλήλων έχει πλέον αποσυνδεθεί από τη βαθμολογική και μισθολογική τους εξέλιξη, δεν ενισχύονται τα κίνητρα βελτίωσής τους. Αφού, μάλιστα, θεσμοθετείται όριο δύο θητειών σε κάθε όμοια θέση, στη δεύτερη θητεία δεν υπάρχει καν το κίνητρο ανανέωσής της.

Τέτοιοι «σχεδιασμοί» δεν έχουν σχέση με την αξιοκρατία που τόσο ανάγκη έχει ο χώρος της εκπαίδευσης. Η διοίκηση της εκπαίδευσης αποτελεί το μεγαλύτερο κομμάτι της δημόσιας διοίκησης. Η αποκομματικοποίησή της όμως εκκρεμεί.

* Ο κ. Αποστόλης Δημητρόπουλος είναι διδάκτωρ Εκπαιδευτικής Πολιτικής, London School of Economics. Συνεργάζεται με το ΙΟΒΕ ως επιστημονικός υπεύθυνος μελετών.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ