ΕΙΚΑΣΤΙΚΑ

Αγγελος Δεληβορριάς: «Ακούστε: Είμαι ελληνομανής!»

ΜΑΡΓΑΡΙΤΑ ΠΟΥΡΝΑΡΑ

Εκφραστικός όπως πάντα, ο Αγγελος Δεληβορριάς πόζαρε για τον φακό του Νίκου Κοκκαλιά στην Πινακοθήκη Γκίκα.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Γεννημένος στην Αθήνα το 1937, ο Αγγελος Δεληβορριάς πέρασε αμέσως μετά την απελευθέρωση μερικά χρόνια στην Ανατολική Αφρική, στην Ταγκανίκα, όπου ήταν εγκατεστημένο ένα μέρος της οικογενείας της μητέρας του, πρόσφυγες από την Τένεδο. Δεν έμειναν πολύ καιρό, όμως θα θυμόταν για πάντα σκηνές που διαμόρφωσαν τη μετέπειτα δημοκρατική συνείδησή του: η καταπίεση των ντόπιων από τους Βρετανούς αποικιοκράτες ήταν κάτι που τον σημάδεψε.

Οταν επέστρεψε στην Ελλάδα, περπάτησε ολόκληρη την Αττική από άκρη σε άκρη χάρις στον πατέρα του, ενώ όργωσαν οικογενειακά ολόκληρη την Ελλάδα. Κάπως έτσι ερωτεύτηκε την πατρίδα του και αυτή η ομορφιά έμεινε για πάντα κλεισμένη στην ψυχή του. Τον τροφοδοτούσε με κουράγιο και πίστη, με ακατάβλητη ενεργητικότητα στον αγώνα του να διασώσει, να αναδείξει και να προβάλει ότι άξιζε από τον τόπο αυτόν. «Ακούστε: Είμαι ελληνομανής!» δήλωνε. Δεν είναι τυχαίο ότι στα χρόνια της θητείας του συνέλαβε το μουσειακό αφήγημα του Μουσείου Μπενάκη ως μια κόκκινη γραμμή που διαπερνά την Ελλάδα από την Προϊστορία μέχρι το σήμερα. «Η ιστορική συνέχεια του ελληνισμού ήταν μια ιδέα που ο κόσμος αγκάλιασε. Πιστεύω ότι το χρειαζόταν η χώρα», τόνιζε ο Δεληβορριάς.

Αν και η οικογενειακή παράδοση των Δεληβορριάδων είχε να κάνει με σπουδές στο Πολυτεχνείο, από νωρίς αποφασίζει να γίνει αρχαιολόγος. Σπούδασε Αρχαιολογία και Ιστορία της Τέχνης στα Πανεπιστήμια της Θεσσαλονίκης και της Αθήνας και μετεκπαιδεύτηκε στη Γερμανία στο Πανεπιστήμιο του Freiburg. Η πρώτη του ανασκαφική εμπειρία ήταν στη Θράκη. Το 1965 παντρεύτηκε τη Μαρία, με την οποίαν απέκτησε δύο παιδιά: «Ηταν η σοφότερη πράξη της ζωής. Της οφείλω τα πάντα, την ανοχή και την κατανόηση στις ιδιοτυπίες μου. Είχε και εκείνη έντονα πνευματικά ενδιαφέροντα. Πώς δεν με χώρισε, δεν ξέρω...», έλεγε πάντα. 

Υστερα πήγε για μεταπτυχιακές σπουδές στο Tübingen, από το πανεπιστήμιο του οποίου απέκτησε το διδακτορικό του δίπλωμα το 1972. Το 1972-1973 παρακολούθησε σχετικά μαθήματα στο Πανεπιστήμιο της Σορβόννης και στην Ecole Pratique des Haute Etudes. Σε ηλικία 37, το 1973 αναλαμβάνει τη διεύθυνση του Μουσείου Μπενάκη, χάρις στον Μαρίνο Καλλιγά. Παρέμεινε μέχρι και το 2014. Μέσα σε αυτά τα 40 χρόνια μεταμόρφωσε κυριολεκτικά τα πάντα. Χάρις στην υποστήριξη που είχε στο Δ.Σ. από την κόρη του Αντώνη Μπενάκη, την Ειρήνη Καλλιγά, προχώρησε σε κινήσεις πρωτοποριακές για τη χώρα μας.

Ζωτικός χώρος

Πρώτα, το οργανόγραμμα. Εβλεπε το μουσείο ένα ζωντανό οργανισμό, μέσα στον οποίον θα έβρισκαν τον ζωτικό αλλά και ουσιαστικό χώρο οι ελληνικές συλλογές και οι ξένες συλλογές. Με αυτό το σκεπτικό έγινε η τεράστια ανακαίνιση του μουσείου το 2000, με νέα μουσειολογική προσέγγιση και νέα ήθη: από τους καλοντυμένους και ευγενείς φύλακες μέχρι το ωραίο εντευκτήριο. Με αυτό το σχέδιο συνεχίστηκε η επέκταση. Προσετέθη το παράρτημα της Πειραιώς το 2003, με πρώτη παρουσίαση της εμβληματικής έκθεσης Outlook, σαν μια πρόσκληση προς το contemporary. Γεννήθηκε το Μουσείο Ισλαμικής Τέχνης το 2004, που στέγασε επιτέλους τη λαμπρή ισλαμική συλλογή του Αντώνη Μπενάκη και «έκανε μια κίνηση αγάπης και φιλίας της Ελλάδος προς το Ισλάμ».

Τόσο στον Κεραμεικό όσο και αργότερα στο Μουσείο της Γενιάς του ’30, που άνοιξε το 2011, ο Δεληβορριάς έστησε ένα ένα τα αντικείμενα στις προθήκες και τα υπομνημάτισε. Αυτό που λένε οι Βρετανοί «Hands On» ίσχυε απολύτως στην περίπτωσή του. Το Μουσείο Παιχνιδιού στο Φάληρο άνοιξε μόλις πέρυσι, αλλά ήταν και αυτό δικό του επίτευγμα. Ο διευθυντής ήταν αξιέπαινος όχι μόνον για το δημιουργικό του πείσμα που απλώθηκε από την Κουμπάρη έως τα παραρτήματα, αλλά και για κάτι ακόμα. Το πάθος του, ο ανυπόκριτος ενθουσιασμός του, η ακεραιότητά του καλλιέργησαν στη χώρα μας τη διάθεση της δωρεάς και της χορηγίας. Μπορεί βέβαια οι ιδιώτες να του εμπιστεύτηκαν από αντικείμενα έως ολόκληρες συλλογές ή ακίνητα, αλλά ο ίδιος συχνά εξέφραζε παράπονα για την πολιτεία και για το «νέο χρήμα» της χώρας, του οποίου οι εκπρόσωποι δεν είχαν τον πατριωτισμό των παλαιών αστών.

Κρίση και αποφάσεις

Η έλευση της οικονομικής κρίσης τον οδήγησε σε διοικητικές αποφάσεις που του στοίχισαν ψυχικά, σε ό,τι αφορούσε τόσο το προσωπικό όσο και τη μείωση των ημερών λειτουργίας του μουσείου. Το 2014 αποχώρησε από τον διευθυντικό θώκο αλλά όχι από την καθημερινή του παρουσία στο μουσείο. Η επιθυμία του ήταν να αφιερωθεί στην έρευνα του Ιερού του Αμυκλαίου Απόλλωνα στη Σπάρτη...

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ