Παντελής Μπουκάλας ΠΑΝΤΕΛΗΣ ΜΠΟΥΚΑΛΑΣ

Τω καιρώ εκείνω, ή μια φορά κι έναν καιρό

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Τ​ω καιρώ εκείνω, στις 21 Μαρτίου του 2014, όχι τόσο παλιά δηλαδή ώστε να έχει ηττηθεί πλήρως η μνήμη μας ή –έστω– να έχουν χαθεί όλα τα βιντεάκια που κυκλοφορούν στο Διαδίκτυο και να έχουν καταστραφεί οι ηλεκτρονικές εκδόσεις όλων των εφημερίδων, ο ρήτοράς μας ήταν κατηγορηματικός στην ομιλία του στα Γιάννενα: «Το πλεόνασμά τους είναι σεσημασμένο για τους Eλληνες». Ποιος ο ρήτορας; Ο Αλέξης Τσίπρας, που τότε αντιπολιτευόταν τη συγκυβέρνηση Αντώνη Σαμαρά - Ευάγγελου Βενιζέλου. Και ποιο ακριβώς νόημα έδινε στη λέξη «σεσημασμένο», που τη χρησιμοποιούσε κάπως ιδιόμορφα; Ιδού:

«Στο πλεόνασμα αυτό κρύβονται όλες οι αμαρτίες, όλες οι πληγές, όλη η σήψη, όλη η απάτη της σημερινής πολιτικής. Σ’ αυτό κρύβεται το δράμα εκατομμυρίων ανθρώπων, η καταστροφή νοικοκυριών και επιχειρήσεων, οι λιποθυμίες παιδιών από ασιτία, τα εκατομμύρια των ανέργων, η ζωή εν τάφω στα νοσοκομεία, στα ψυχιατρεία και στα άσυλα ανιάτων, οι παγωμένες νύχτες και οι πεινασμένες μέρες χιλιάδων και χιλιάδων συνταξιούχων. Πρόκειται για πλεόνασμα δυστυχίας, τραγωδίας ακόμα και αίματος. Πρόκειται όμως και για πλεόνασμα θράσους και απάτης».

Στο γραπτό κείμενο δεν φαίνεται αμέσως πόσος Ανδρέας (Παπανδρέου) δουλεύει στο βάθος, εφοδιάζοντας τις λέξεις, τα σχήματα λόγου, τις αναφορές στη λογοτεχνία (η ζωή εν τάφω...) με όλον τον απαραίτητο μελοδραματικό τόνο. Αναζήτησα στο Ιντερνετ το βιντεάκι –εύκολα το βρίσκει κανείς, έχει χρησιμοποιηθεί αρκετές φορές έκτοτε σαν πειστήριο αυτοανατροπής– και ο εορακώς και ακηκοώς μεμαρτύρηκε.

Οσο αληθής κι αν είναι, πάντως, η μαρτυρία των βιντεοσκοπημένων στιγμιοτύπων, η λήθη, η εσκεμμένη, αποφασισμένη λήθη, θυγατέρα του κυνισμού και αυτάδελφος της μεροληπτικής ή επιλεκτικής μνήμης, κάνει καλά τη δουλειά της: Εχει φανεί από πολλές ανάλογες περιπτώσεις, με πρωταγωνιστές πολιτικούς όλου του φάσματος, ότι, όσο επίφοβο κι αν ήταν κάποτε το «scripta manent», σήμερα ελάχιστοι φοβούνται μήπως κάποιος ανασύρει τις «πίσω τους σελίδες» για να ειρωνευτεί την ασυνέπειά τους, να τους ξεμπροστιάσει επικολλώντας πρόχειρα στον καθρέφτη της αυταρέσκειάς τους «προδοτικά» αποσπάσματα απ’ όσα έλεγαν μια φορά κι έναν καιρό, δηλαδή μόλις πριν από δύο, τρία ή πέντε χρόνια.

Είδε κανείς, για παράδειγμα, τον Αδωνι Γεωργιάδη να νιώθει στριμωγμένος όταν του θυμίζουν, με ήχο και υλικό, πόσα έσουρνε στη Νέα Δημοκρατία, και ειδικά στην οικογένεια Μητσοτάκη, τότε που υπαρχήγευε στο ΛΑΟΣ του Γιώργου Καρατζαφέρη; Ή τον Ανδρέα Λοβέρδο να χαμηλώνει τον τόνο τής πάντα σίγουρης φωνής του, όταν του υπενθυμίζουν ότι δεν έφτιαξε ένα, αλλά δύο κόμματα (ή «κινήματα», δεν παραθυμάμαι) για να υπηρετήσει τις φιλοδοξίες του, μόλις κατανόησε ότι δεν τον χωράει το ΠΑΣΟΚ; Ή μήπως νιώθουν άσχημα οι πολιτευόμενοι που βολτάρουν από κόμματος εις κόμμα για να περισώσουν την έδρα τους, όταν ακούνε τον μόλις χθεσινοβραδινό εαυτό τους να λοιδορεί τον σχηματισμό στον οποίο προσκολλήθηκαν με το ξημέρωμα, έτοιμοι να ξανασαλπάρουν το απογευματάκι για άλλες πολιτείες, αν έτσι επιβάλλει η καριέρα τους, κυρίως δε «το καλό του λαού και του τόπου»;

Σαν να ισχύει ένας παράδοξος, αν όχι παράλογος νόμος: Οσο πιο εύκολο είναι να βρεθούν –μέσα στην αχανή διαδικτυακή αποθήκη– τρανταχτά πειστήρια πολιτικής αυτοακύρωσης, συχνά στα όρια της αυτογελοιοποίησης, τόσο πιο δύσκολο είναι να βρεθούν πολιτικοί (και κόμματα) πρόθυμοι να παραδεχτούν ότι ναι, αυτοακυρώθηκαν, «για το καλό της πατρίδας» έστω. Να παραδεχτούν δηλαδή ότι η οπτική, το όραμά τους δεν μένει σταθερό, συναρτημένο με αρχές και αξίες που προπαγανδίζονται σαν αταλάντευτες, αλλά διαφοροποιείται, «εκσυγχρονίζεται», προσαρμόζεται, ανάλογα με το πού βρίσκεται η σκοπιά από την οποία παρατηρούν τα πράγματα: μέσα στα δώματα της εξουσίας (οπότε κοιτάζουν προς τα έξω, και από τα πάνω, επιβεβαιωμένοι μεν πλην ήδη ζορισμένοι από την «αρχή της πραγματικότητας», που σαρώνει την όποια πολιτική βούλησή τους), ή έξω από αυτά, οπότε κοιτάζουν προς τα μέσα, και από τα κάτω, γεγονός που τους επιτρέπει την ψευδαίσθηση ότι ταυτίζονται με τους αποκάτω και μιλούν στο όνομά τους.

Παρ’ όλα αυτά, παρά το μάταιο της υπόθεσης, ας θυμηθούμε ότι τω καιρώ εκείνω, στις 23 Απριλίου 2014, και ο νυν υπουργός Οικονομικών Ευκλείδης Τσακαλώτος ήταν κατηγορηματικός, χωρίς πάντως να υιοθετεί το μελό στυλ του κομματικού αρχηγού του: «Το πρωτογενές πλεόνασμα που πιστοποίησε η Eurostat για το 2013 παρουσιάζεται από την κυβέρνηση ως η πρώτη μεγάλη επιτυχία για να “αλλάξει σελίδα η Ελλάδα”. Προφανώς, και κατά αναλογία, φέτος (το 2014) που πρέπει να παρουσιάσουμε πλεόνασμα 2,8 δισ. ευρώ και το 2016 που θα πρέπει να παρουσιάσουμε 9 δισ. θα χαιρετιστούν ως ακόμα μεγαλύτερες επιτυχίες. Αυτοί όμως οι “άθλοι” οικοδομήθηκαν και θα συνεχίσουν να στηρίζονται πάνω σε απίστευτες θυσίες του ελληνικού λαού και την κατάρρευση του οικονομικού και κοινωνικού ιστού. Και συγχρόνως, τα συνεχόμενα πλεονάσματα σημαίνουν ότι μια φτωχή χώρα θα μεταφέρει διαρκώς πόρους στις πλουσιότερες, περιορίζοντας με αυτό τον τρόπο στο ελάχιστο τα διαθέσιμα ποσά για την αντιμετώπιση της ανθρωπιστικής κρίσης και τις ανάγκες της πραγματικής οικονομίας. Αυτό που θα συνεχιστεί, που είναι άλλωστε και ο στόχος, είναι η πολιτική των χαμηλών μισθών και συντάξεων, η φορολογική αδικία και η περαιτέρω αποδιάρθρωση του κοινωνικού κράτους».

Και πράγματι συνεχίστηκε αυτή η πολιτική, έστω κι αν η τρόικα έγινε κουαρτέτο, από δε την κυβέρνηση Σαμαρά - Βενιζέλου μετακινηθήκαμε, με όχημα την αυταπάτη, στην κυβέρνηση Τσίπρα - Καμμένου. Το πλεόνασμα του 2016 δεν ήταν 9 δισ., όπως προανήγγελλε ο κ. Τσακαλώτος, αλλά 6,7, το δε 2017 έφτασε τα 7 δισ. Ξεπέρασε έτσι κατά πολύ τον μνημονιακό στόχο, που τω καιρώ εκείνω καταγγελλόταν σαν απάνθρωπος, ενώ τώρα δοξάζεται σαν βασικό διαπραγματευτικό όπλο στις συζητήσεις για την ολοκλήρωση της τέταρτης αξιολόγησης. Ο καθρέφτης της πολιτικής δεν είναι από τους συνηθισμένους. Δεν δείχνει μόνο το δεξιό σαν αριστερό· δείχνει και το πάνω σαν κάτω, και το γκρίζο σαν χρώμα θερμό, έντονο.

Αυτό το ξέρουν πολύ καλά και οι της Ν.Δ. και του ΠΑΣΟΚ, οι οποίοι τώρα, όντας έξω από τα δώματα της εξουσίας, δανείζονται όσα έλεγε ο ΣΥΡΙΖΑ το 2014 για να τον αντιπολιτευτούν· να αντιπολιτευτούν δηλαδή τον εαυτό τους, που μπορεί οι ίδιοι να τον διέγραψαν βιαστικά, υπάρχει ωστόσο βαθιά καταγραμμένος. Και όχι σε βίντεο και μαγνητοταινίες, αλλά στην καταπονημένη πλην όχι πλήρως ηττημένη μνήμη όσων υφίστανται, χρόνια τώρα, τις θυσίες για να εκπληρωθούν οι μνημονιακοί στόχοι. Είναι πάντως διασκεδαστικό να βλέπεις ότι θέλουν όλοι να γίνουν πιστευτοί. Πάντα και για τα πάντα. Κι ας αντιγράφει ο λόγος τους τον τρόπο του χαμαιλέοντα.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ