Μαρία Κατσουνάκη ΜΑΡΙΑ ΚΑΤΣΟΥΝΑΚΗ

Τα «σπίτια» του Αγγελου Δεληβορριά

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Π​​ώς είναι ο βίος ενός ανθρώπου όταν υφαίνεται παράλληλα με την πολιτιστική ιστορία της χώρας όπως αυτή αποτυπώνεται σε ένα από τα σημαντικότερα μουσεία της; Ενα μουσείο που επιλέγει «να εξακτινώνει αποκεντρωτικά τις δραστηριότητές του» με παραρτήματα και έναν διευθυντή που κινήθηκε ανάμεσα στις ανάγκες του τόπου (πρωτίστως τις αυριανές) και στο προσωπικό χρέος. «Το Μουσείο Μπενάκη και ο Αγγελος Δεληβορριάς, βίοι παράλληλοι», θα μπορούσε να είναι και ο τίτλος του σημειώματος. Οταν επί 45 χρόνια ηγείσαι ενός ιδρύματος από τις θέσεις του διευθυντή και του μέλους της διοικητικής του επιτροπής, δεν πρόκειται πια για «θέση», αξίωμα ή τίτλο, αλλά για ταύτιση οργανική.

Αυτές τις ημέρες, που ακολούθησαν τον θάνατό του, γράφτηκαν πολλά με συγκίνηση, συντριβή, θαυμασμό, απόσταση, υπερβολή, αγάπη... Γράφτηκαν τόσα ώστε μπορεί κανείς να υποθέσει ότι ο Αγγελος Δεληβορριάς σήμαινε για τον καθένα κάτι, πέρα από τα τυπικά και στερεότυπα που λέγονται συνήθως στις απώλειες δημόσιων προσώπων.

Πριν από οκτώ χρόνια σε ένα «Γεύμα» του με την «Κ» (24/01/ 2010), ήταν ξεκούραστος και φωτεινός, εξέπεμπε μεγάλη χαρά και ενέργεια. Ετοίμαζε το σπίτι - μουσείο του Νίκου Χατζηκυριάκου-Γκίκα, στην Κριεζώτου, και ήταν απόλυτα απορροφημένος από την εντατική δουλειά. Αν και ήταν δύο χρόνια πριν από τα επίσημα εγκαίνια (Μάιος του 2012), είχε ήδη εικόνα για την ακριβή θέση των εκθεμάτων. Περιέγραφε: «Καθώς μπαίνεις, Σωτήρης Σπαθάρης, αριστερά ο Κόντογλου, δεξιά ο Σκαρίμπας, στη συνέχεια Πικιώνης, Παπαλουκάς, από την απέναντι πλευρά η Βούλα Παπαϊωάννου, ο Στέρης, ο Κεφαλληνός...», κ.ο.κ. με λεπτομέρειες.

«Διατηρείται το εργαστήριο του Γκίκα, όπως ήταν ακριβώς, τα έπιπλά του, τα έργα του, τα πινέλα του... Θα επισκέπτεται κανείς αυτό το μουσείο, όχι για να εκτιμήσει τη ζωγραφική του, αλλά για να συνειδητοποιήσει το επίπεδο της ποιότητας που χαρακτήριζε κάποιες άλλες εποχές, κάποιες άλλες τάξεις. Γιατί, ξέρετε τι κινδυνεύουμε να πάθουμε; Να νομίζουμε ότι τα σπίτια τα καλά είναι του “νέου χρήματος”, των βορείων προαστίων. Εκεί, δεν θα είναι έτσι. Θα είναι το άλλο, το εξαιρετικό». Αυτή η φράση του, για «τα σπίτια», δεν έφυγε ποτέ από το μυαλό μου. Με βοήθησε να καταλάβω, να επαναπροσδιορίσω, να βάλω τα πράγματα στη θέση τους. Εκτοτε την επαναλαμβάνω συχνά, είτε μονολογώντας είτε κουβεντιάζοντας είτε αρθρογραφώντας.

Διαβάζοντας τον καίριο πρόλογο του Αγγελου Δεληβορριά στο, υποδειγματικό και ατμοσφαιρικό, βιβλίο-λεύκωμα της Εβίτας Αράπογλου «Κριεζώτου αρ. 3 (Νίκος Χατζηκυριάκος-Γκίκας. Το σπίτι, το εργαστήριο και η πινακοθήκη)», απομονώνω μια παράγραφο, την οποία θεωρώ συνέχεια εκείνης της σκέψης του: «Για τις τρέχουσες, βεβαίως, τιμές της αγοράς, οτιδήποτε σχετίζεται με τα γράμματα, τις τέχνες και την πνευματική καλλιέργεια γενικότερα μπορεί να μην έχει μεγάλη αξία. Δεν υπάρχει, εντούτοις, αμφιβολία πως θα έρθει κάποια στιγμή που θα επανεκτιμηθούν εντέλει τα πραγματικά περιουσιακά μας στοιχεία και η “αγοραστική” αξία των επιμέρους συστατικών τους, έτσι ώστε να επανεξετασθούν κριτικά οι καθιερωμένες, δυστυχώς, απόψεις ως προς το τι σημαίνει παραγωγική επένδυση και ποιες μπορεί να είναι μακροπρόθεσμα οι οικονομικές δυνατότητες των πολιτιστικών προϊόντων. Τότε μόνο θα αναθεωρηθεί, ίσως, τόσο η στάση της πολιτείας όσο και η στάση των πολιτών της απέναντι σε ό,τι σχετίζεται με ουσιαστικές προτεραιότητες και με καυτές ανάγκες».

Δεν είναι η αισιόδοξη νότα ότι «θα έρθει η στιγμή της επανεκτίμησης των πραγματικών περιουσιακών μας στοιχείων». Είναι η επισήμανση ότι μόνο με αυτήν την αξιολογική κλίμακα μπορεί να μετατοπιστεί η στάση των πολιτών, να τεθούν προτεραιότητες και ανάγκες. Μέσα μας. Ο Αγγελος Δεληβορριάς προασπίζεται τη στοχαστικότητα και την αυθεντικότητα. Αποστρέφεται το επιτηδευμένο, το επινοημένο για κατανάλωση πόρων και χρόνου. Για την εικόνα και μόνο, χωρίς ζωή και χωρίς μνήμη.

Τα σπίτια που δηλώνουν τις διαδρομές και επιλογές των ενοίκων τους, οι εκδόσεις που προδίδουν μόχθο και αφοσίωση, οι προθέσεις που δεν εξαντλούνται στο φαίνεσθαι· οτιδήποτε μας θυμίζει «το τι χρωστάμε σε όσους δεν λησμόνησαν το χρέος τους». Ισως είναι και η λέξη στην οποία δέσμευσε τη ζωή του ο Αγγελος Δεληβορριάς.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ