ΕΛΛΑΔΑ

Αποψη: Συνέπεια, ελίτ, εναλλαγή, αντιφάσεις

ΓΕΩΡΓΙΟΣ Α. ΠΑΝΕΤΣΟΣ*

Εργατικές κατοικίες Ν. Φιλαδέλφειας (1955-57).

Η αποκαλούμενη αρχιτεκτονική «άνοιξη του ’60», που στην πραγματικότητα διήρκεσε μέχρι την πετρελαϊκή κρίση του 1973, είναι αδιανόητη χωρίς τον Αρη Κωνσταντινίδη ως κεντρική μορφή της. Σε αυτήν την περίοδο, 1955 έως 1975, εντοπίζεται ο «κορμός» του έργου του.

Ο Κωνσταντινίδης, σπουδασμένος στο Μόναχο, έχει ήδη μελετήσει –προφανώς επηρεασμένος από τον Πικιώνη– τα ελαφράς δομής προσφυγικά αυθαίρετα, τα αγροτόσπιτα της Μυκόνου, τα ανώνυμα σπίτια της Αθήνας του 19ου αιώνα. Των τελευταίων αποσιωπά συνειδητά τη νεοκλασική υπόσταση. Απεχθάνεται την αρχιτεκτονική παράδοση της Αναγέννησης, ουσιαστικά τη λόγια δυτική αρχιτεκτονική, όπου –χάριν του επιδιωκόμενου νοήματος– συχνά συναντάται ακριβώς ό,τι υπάρχει και στα «παλιά αθηναϊκά σπίτια»: ανακολουθία μεταξύ όψεων και εσωτερικών διατάξεων, μεταξύ δηλούμενης και πραγματικής κατασκευής. Αναζητεί «μιαν αληθινή αρχιτεκτονική», την «αληθινή ουσία»!

Η κύρια αρχή

Από τη μελέτη εξάγει αρχές –όχι στοιχεία ή διατάξεις προς αναπαραγωγή– που εφαρμόζει στα έργα του. Κύρια αρχή: η ακολουθία υπαίθριου-υπόστεγου-κλειστού χώρου, όπου το υπόστεγο αποτελεί αναπόσπαστο μέρος του όλου χώρου διαβίωσης, μια κατ’ ουσίαν «πολυτέλεια», που απειλείται από την αστικοποίηση. Ο Κωνσταντινίδης δεν δημιουργεί απλώς μεμονωμένα κτίρια, ανταποκρινόμενος γενναιόδωρα στις κατά τόπους συνθήκες. Συλλαμβάνει τύπους, αντιπροσωπευτικά διαγράμματα κτιρίων και κτιριακών στοιχείων προς εξειδικευμένη επανάληψη, που καθιστά τα έργα του αναγνωρίσιμα.

Αλλά και προτού συνθέσει το προσωπικό του ιδίωμα, είχε σχεδιάσει έργα αξίας. Η έπαυλη Ευταξία στην Ελευσίνα, ευρύχωρο μονόχωρο, συνιστά ένα είδος υβριδίου γερμανικού κλασικισμού, γερμανικού μοντερνισμού και ελληνικής λευκότητας. Θεωρώ ότι πρόκειται για το καλύτερο έργο του, ένα μικρό (και ακόμα διατηρημένο, δυστυχώς χωρίς τους εκτενείς, μοναδικά διαμορφωμένους κήπους) αριστούργημα. Ο Κωνσταντινίδης με τα έργα του συνθέτει έναν τρόπο ζωής, ευγενή, διακριτικό και ανυπόκριτο, κόσμιο και αδιακόσμητο. Τέτοιου είδους επιλογές μπορεί να δεχθεί μόνο μια ελίτ. Από την πεπαιδευμένη αθηναϊκή ελίτ, στην οποία ανήκε ο Κωνσταντινίδης, προερχόταν η ιδιωτική του πελατεία.

Ωστόσο, το ελληνικό κράτος της περιόδου εξασφάλιζε την ίδια αρχιτεκτονική ποιότητα, από τον ίδιο αρχιτέκτονα, στον εργάτη και στον τουρίστα. Ο Κωνσταντινίδης διετέλεσε υπάλληλος στον Οργανισμό Εργατικής Κατοικίας (1955-57) και διευθυντής μελετών στον ΕΟΤ (1958-67). Εκεί σχεδίασε πολλά από τα περίφημα Ξενία, που αλλοιώθηκαν ή αφέθηκαν να ρημάξουν, ώστε να μείνει το πεδίο ελεύθερο στη «μικρομεσαία» επέλαση. Με τη Μεταπολίτευση, αναλαμβάνει καθήκοντα συμβούλου στον ΕΟΤ και εισηγείται την τουριστική «Ανάπτυξη και αξιοποίηση παραδοσιακών οικισμών», που παρήγαγε τουριστικά θαύματα, όπως η Σαντορίνη και η Μάνη. Αποχωρεί το 1978.

Εκτοτε, για λόγους απροσδιόριστους, παύει να δέχεται αναθέσεις, επικαλούμενος φόρτο εργασίας, που στην πραγματικότητα δεν υπάρχει. Ηθελημένα ορίζει το τέλος του έργου του, προτού ορίσει, 15 χρόνια αργότερα, το τέλος της ζωής του.
Το 1981 εξέδωσε τα αρχιτεκτονικά του «άπαντα». «Κατασκεύασε» επιμελώς την «ορθή» πρόσληψη του έργου του. Ακολούθησαν ανατυπώσεις, μερικοί τόμοι κριτικής και, μεταθανατίως, το σπάνιο φωτογραφικό λεύκωμα «Τα θεόκτιστα». Τα τελευταία κείμενα είναι σαφές ότι ανήκουν σε έναν άνθρωπο που βασανίζεται (αυτο)αποκλεισμένος από την πραγματική δημιουργία. Ο ίδιος που άλλοτε είχε υπερασπιστεί σθεναρά την ελευθερία του δικού του λόγου, παύει να είναι ανεκτικός προς τον λόγο –και την αρχιτεκτονική– των άλλων. Διατυπώνει την απόρριψή του με οργή, που μπορεί εξίσου εύκολα να ενθουσιάσει ή να απογοητεύσει τον βιαστικό αναγνώστη.

Οφείλουμε να γνωρίσουμε

Το γραπτό έργο φωτίζει σήμερα το σχεδιασμένο έργο του Αρη Κωνσταντινίδη διαφορετικά. Στα κείμενα αποκαλύπτονται η συνύπαρξη και η εναλλαγή ορθολογισμού-ρομαντισμού, μοντερνισμού-κλασικισμού, διεθνισμού-τοπικισμού, ο στοχασμός για τον λόγο και την πράξη, την αρχιτεκτονική ως επιστήμη και τέχνη, την τυποποίηση και την πολυμορφία, τη βιωμένη ανάγκη και την επιφανειακή εκζήτηση, την εμπειρία και τον λόγο, τη διάρκεια, την αξία και τη φθορά. Παρά την καλλιεργημένη εικόνα της αδιατάρακτης συνέπειας, η προσεκτική μελέτη αποκαλύπτει μετακινήσεις, αντιφάσεις και, μέσω αυτών, έναν πολύ περιεκτικότερο Κωνσταντινίδη, που οφείλουμε να γνωρίσουμε.

* Ο κ. Γεώργιος Α. Πανέτσος είναι καθηγητής Αρχιτεκτονικής στο Πανεπιστήμιο Πατρών.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ