ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Ο ιστορικός συμβιβασμός του ΣΥΡΙΖΑ: μια απάντηση

ΝΙΚΟΣ ΜΑΡΑΝΤΖΙΔΗΣ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Το άρθρο μου στην Καθημερινή της Κυριακής με τίτλο «Ο ιστορικός συμβιβασμός του ΣΥΡΙΖΑ και τα ατελέσφορα μέτωπα» γέννησε μια σειρά από αντιδράσεις (όχι πάντα καλοπροαίρετες και σοβαρές∙ δεν παραπονιέμαι, έτσι είναι ο δημόσιος διάλογος ιδιαίτερα στα κοινωνικά δίκτυα).

Όχι επειδή θέλω να παινέψω το «σπίτι μου» αλλά γιατί αυτή είναι η αλήθεια: στην Καθημερινή κατατέθηκαν μερικές από τις πιο ενδιαφέρουσες και γόνιμες ενστάσεις και κριτικές επισημάνσεις από συντάκτες της εφημερίδας.

Θέλω να το επισημάνω από καιρό και τώρα μου δίνεται μια καλή ευκαιρία. Η Καθημερινή είναι ένας σπάνιος, για τα ελληνικά δεδομένα, χώρος νηφάλιου και ελεύθερου προβληματισμού και διαλόγου. Αισθάνομαι περήφανος που αποτελώ μέρος του κόσμου της, και όσο θα με ανέχεται ο διευθυντής της θα εκμεταλλεύομαι το προνόμιο που μου δόθηκε να καταθέτω ελεύθερα τις απόψεις μου από τις στήλες της.

Επί του θέματος μας τώρα. Τα περισσότερα σχόλια αποδέχονται τη θέση μου πως ο ΣΥΡΙΖΑ δεν είναι πλέον το κόμμα του 2012 ούτε του 2015. Εκεί που εμφανίζονται οι διαφωνίες είναι στο τι είναι ο σημερινός ΣΥΡΙΖΑ και πως αξιολογείται η στροφή του.

Κάποιοι πιστεύουν πως η αλλαγή είναι επιφανειακή και στον πυρήνα του παραμένει αντισυστημικό κόμμα που με την πρώτη ευκαιρία θα αποδείξει τον ριζοσπαστισμό του. Στ’ αλήθεια, μπορούμε να πιστέψουμε πλέον, πως ο ΣΥΡΙΖΑ θέλει τον παραμερισμό του καπιταλισμού από ένα καθεστώς βασισμένο σ’ ένα εντελώς διαφορετικό σύστημα παραγωγής και ιδιοκτησίας; Αστεία πράγματα!

Αντίθετα είναι σαφές πως η προγραμματική φιλοσοφία όσο και η κυβερνητική πολιτική του ΣΥΡΙΖΑ δεν ξεφεύγει από έναν «παλιάς κοπής» κευνσιανισμό, που αποδέχεται τον καπιταλισμό ως το μόνο ρεαλιστικό πλαίσιο παραγωγής πλούτου,
και δίνει ιδιαίτερη σημασία στο εθνικό κράτος ως εργαλείο περιορισμού των κοινωνικών ανισοτήτων.

Βεβαίως, ο ΣΥΡΙΖΑ άνθισε στα χρόνια της κρίσης. Η κευνσιανή του οπτική είχε (και έχει ακόμη) έντονο λατινοαμερικάνικο άρωμα, εκεί όπου οι πληβειακές ευαισθησίες υποστηρίζονται από αισθήματα εθνικής ταπείνωσης (ατυχείς παρεμβάσεις ΔΝΤ, ιστορία δικτατοριών συχνά υποστηριζόμενων από τις ΗΠΑ, κλπ) σε ένα περιβάλλον ασθενών φιλελεύθερων θεσμών και λαϊκιστικής ρητορικής.

Καταρχήν, και εδώ ο ΣΥΡΙΖΑ δεν πρωτοπορεί, προηγήθηκε σε αυτά το ΠΑΣΟΚ της δεκαετίας του ’70 και του ’80. Οι κυβερνήσεις Παπανδρέου από τη μια, ακολούθησαν πολύ πιο «αριστερές» και ριζοσπαστικές πολιτικές (κρατικοποίηση
προβληματικών επιχειρήσεων, εκτίναξη του δημόσιου τομέα, αυτόματη τιμαριθμική αναπροσαρμογή) και από την άλλη η διχαστική ρητορική τους (πχ. Ποιος δεν θυμάται «το φως και το σκοτάδι») και η στάση τους έναντι των θεσμών ήταν το
λιγότερο που μπορεί να πεις κανείς προβληματική (μαζικός πελατειασμός, έλεγχος των ΜΜΕ, υπόθεση προεδρικής εκλογής 1985, υπόθεση Κοσκωτά και ελέγχου του Τύπου κλπ).

Το 1988-1989 είχαμε πολλοί την αίσθηση πως η κυβέρνηση επιχειρούσε να ποδηγετήσει κάθε ανεξάρτητο θεσμό. Στη συνέχεια όμως, μέσα σε λίγα χρόνια η αλλαγή του ΠΑΣΟΚ ήταν εντυπωσιακή: από ένα έξαλλο λαϊκιστικό κόμμα με «περονικά» στοιχεία μεταμορφώθηκε σε κόμμα της ευρωπαϊκής σοσιαλδημοκρατίας.

Απειλεί λοιπόν ο ΣΥΡΙΖΑ τους θεσμούς της φιλελεύθερης δημοκρατίας; Σίγουρα τους απείλησε στην κορύφωση της κρίσης το 2011-2015. Σήμερα όμως συμβιώνει με αυτούς (όχι πάντα αρμονικά) και ενσωματώνεται μέσα σε αυτούς. Δεν υπάρχει αμφιβολία πως σε αυτό το πεδίο έχει πολύ δουλειά να κάνει. Όμως το πρόβλημα αυτό αφορά μόνο το ΣΥΡΙΖΑ; Για παράδειγμα, οι παρεμβάσεις στη δικαιοσύνη ή το σύστημα διαπλοκής είναι εφεύρεση του ΣΥΡΙΖΑ;

Κάποιοι σχολιαστές πάλι, θεωρούν πως ο ΣΥΡΙΖΑ άλλαξε μεν αλλά τώρα «δεν είναι τίποτε» (Π. Τατσόπουλος), δηλαδή συνιστά ένα κυνικό κόμμα που ενδιαφέρεται μόνο την εξουσία. Δεν συμφωνώ. Πράγματι, ο ΣΥΡΙΖΑ άλλαξε για να διατηρηθεί
στην εξουσία. Όμως δεν άλλαξε σε όλα. Παρέμεινε σχετικά πιστός στην προώθηση της ατζέντας του κοινωνικού φιλελευθερισμού έστω κι αν αυτή έχει εκλογικό κόστος. Όπως κόστος έχει και η προώθηση της λύσης του «Μακεδονικού» μεγαλύτερο από όσο φαντάζεται κανείς. Όπως κόστος έχει η μετριοπαθής, ανθρωπιστική ρητορική του στο προσφυγικό, σε αντίθεση με κάμποσα «προσφυγοφάγα» κόμματα του Ευρωπαϊκού Λαϊκού Κόμματος.

Άλλες κριτικές επικεντρώθηκαν στην χαμηλή ποιότητα της διακυβέρνησης του ΣΥΡΙΖΑ. Είπα εγώ το αντίθετο; Το να χαρακτηρίζεις ένα κόμμα σοσιαλδημοκρατικό δεν σημαίνει απαραίτητα υψηλή ποιότητα διακυβέρνησης. Επιπλέον, καθώς ο
ΣΥΡΙΖΑ άλλαξε «σχέδιο πτήσης» ενώ βρισκόταν στο αέρα και σε συνθήκες πανικού, η διακυβέρνηση του έδειξε σε πολλές περιπτώσεις αντιφατική, ανεπαρκής, πρόχειρη και γεμάτη αυτοσχεδιασμούς.

Είναι σαφές επίσης, πως η επιλογή της συγκατοίκησης με τους ΑΝΕΛ στη βάση της αντιμνημονιακής ταυτότητας άφησε το αρνητικό της στίγμα. Ας τολμήσουμε να αναρωτηθούμε πόσο διαφορετικά θα ήταν τα πράγματα αν στην κυβέρνηση το Σεπτέμβριο του 2015 αντί για τους ΑΝΕΛ ήταν το Ποτάμι, κι αντί του Π. Καμμένου ο Στ. Θεοδωράκης. Ίσως αυτή η σκέψη να σοκάρει, καθώς για να είμαστε ειλικρινείς μεταξύ μας, δεν γνωρίζω πόσοι από μας θα ήμασταν τότε έτοιμοι ψυχολογικά να την αποδεχτούμε. Σήμερα είμαι βέβαιος πως χάθηκε σπουδαία ευκαιρία και πως εκεί στον ΣΥΡΙΖΑ πολλοί θα το έχουν ήδη μετανιώσει.

Αρκετοί φίλοι καταλήγουν πως ακόμη κι αν αυτές οι αλλαγές είναι σε θετική κατεύθυνση, ο ΣΥΡΙΖΑ πρέπει να τιμωρηθεί και να κάτσει στην αντιπολίτευση για να σκεφτεί. Πρέπει να τιμωρηθεί στο πεδίο της πολιτικής ηθικής (Θ. Μαργαρίτης).

Είπα εγώ το αντίθετο; Κάθε άλλο. Η ήττα του ΣΥΡΙΖΑ όμως δεν σημαίνει πως πρέπει να χειροκροτούμε προκαταβολικά και χωρίς κριτήρια οποιαδήποτε αντι-ΣΥΡΙΖΑ στάση μόνο και μόνο για να φύγει αυτός από την εξουσία. Η ήττα του ΣΥΡΙΖΑ πρέπει να συνδεθεί με την διαμόρφωση ενός πολιτικού πολιτισμού «της κανονικότητας».

Αν αυτό δεν συμβεί, απλώς δεν θα έχουμε πάρει κανένα μάθημα και πολύ φοβάμαι ούτε ο ΣΥΡΙΖΑ το δικό του.

Online

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ