Η ΕΡΩΤΗΣΗ

Πού πήγε η κομψότητα;

ΕΛΙΣ ΚΙΣ

Μια πουκαμίσα με ζωηρά αφρικάνικα ή πιο ήπια ανατολίτικα μοτίβα, leggings και αθλητικά. Ένα από τα αγαπημένα μου στυλιστικά «μπερδέματα» για την πιο απλή αλλά και την πιο σύνθετη καθημερινότητα. Σε γενικές γραμμές, το ενδυματολογικό μου μότο βασίζεται σε μια σχετικά απλή φιλοσοφία: μου αρέσει να «διασκεδάζω» με τις επιλογές μου (κάτι που συχνά φαίνεται να διασκεδάζει και τους άλλους), να είμαι αυτό που λέμε ο «εαυτός» μου, και όλο αυτό να μου προκαλεί ένα συναίσθημα άνεσης, «ασφάλειας» και όσο το δυνατόν μεγαλύτερης ευκολίας σε πρακτικό επίπεδο (του τύπου: από το πλυντήριο στην κρεμάστρα και στην ντουλάπα). Όχι, δεν θυμάμαι να έχω κάπου ψηλά στη λίστα την έννοια του «κομψού».

«Δεν πιστεύω ότι η κομψότητα μας αφορά σήμερα», έλεγε πρόσφατα ο Ντέμνα Γκβασάλια σε συνέντευξή του στον Guardian. Ένας από τους σχεδιαστές με τη μεγαλύτερη επιρροή στο διεθνές γίγνεσθαι και «φαίνεσθαι». Ο 37χρονος Γεωργιανός ηγείται της σχεδιαστικής κολεκτίβας Vetements, ενώ ασκεί και καθήκοντα καλλιτεχνικού διευθυντή στον «καυτό» εδώ και κάποια χρόνια Balenciaga. Την εποχή της παντοδυναμίας του ιδρυτή του οίκου, Κριστόμπαλ Μπαλενσιάγκα, στο Παρίσι του ’50, ο όρος «κομψότητα» ήταν συνώνυμος με μια «δίψα» για μόδα και ομορφιά, κάτι το οποίο τα μεταπολεμικά χρόνια μπορούσε εύκολα να μεταφραστεί ως δίψα για την ίδια τη ζωή. Όμως, το όνειρο της ένδυσης δεν ξεκινάει πια από τα εκλεκτά ατελιέ και σαλόνια της γαλλικής υψηλής ραπτικής, έχοντας μεταμορφωθεί σε μια «εύκολη» κατανάλωση στις αλυσίδες γρήγορης μόδας, που απευθύνονται σε όλους.

Η δημοκρατία μπορεί να είναι η σταθερή, υπέρτατη ιδέα, έχει όμως κι εκείνη τα προβλήματά της όταν κάποιος δεν είναι σίγουρος για το πώς να τη διαχειριστεί. Στην γκαρνταρόμπα μας, π.χ., ενδέχεται να προκαλέσει τρομακτική σύγχυση. Πολλοί σχεδιαστές και άνθρωποι του χώρου συμφωνούν ότι το «κλειδί» του στυλ επί των ημερών μας βρίσκεται σε ένα πετυχημένο mix & match. Την ίδια στιγμή, η βιομηχανία μάς θέλει (οδυνηρά, κάποιες φορές) σέξι και για πάντα νέους (ανεξαρτήτως ηλικίας). Μας προτρέπει να μπλέξουμε τους θηλυκούς με τους αρσενικούς κώδικες, μας σπρώχνει προς τάσεις όπως το athleisure, το αθλητικό σικ, και (σχεδόν) μας έχει πείσει ότι η μόδα ξεκινάει και τελειώνει στον δρόμο.

Ζούμε σε άκομψους (με την κλασική έννοια) καιρούς, με (υπερβολικά πολλά) ενισχυμένα χείλη και στήθη. Η εγχώρια μουσική βιομηχανία συναγωνίζεται τη διεθνή και χτίζει το δικό της στυλιστικό «ιστορικό», ενώ κάποιες εκπομπές «ριάλιτι» προωθούν σταθερά το γκλάμουρ της κακουχίας. Για τα γιγαντιαία πρότυπα που επικρατούν παγκοσμίως -η Κιμ Καρντάσιαν «μετράει» 110 εκατ. ακολούθους στο ισχυρότατο Instagram- ο αγώνας για μια φωτογραφία με προοπτική «viral» διαρκεί όσο χρόνο χρειάζεται η παραγωγή της επόμενης.

Σε δείπνο που παρέθεσε το ζεύγος Εμανουέλ και Μπριζίτ Μακρόν στο Παρίσι πρόσφατα, καλεσμένοι από τον χώρο της μόδας εμφανίστηκαν στο προεδρικό μέγαρο με αθλητικά παπούτσια. Στην Ελλάδα ήμασταν ήδη «πολύ μπροστά». Το 2015, σε τελετή ορκωμοσίας κυβέρνησης στο προεδρικό μέγαρο, ο νέος κυβερνητικός εκπρόσωπος επέλεξε να φορέσει τζιν παντελόνι για να υπογράψει το διάταγμα της υπουργοποίησής του.

Στο μεταξύ, η διεθνής αγορά καθρεφτίζει με τεράστια ακρίβεια τη σημερινή κοινωνία: το παγκόσμιο χωριό μας, το χαλαρό πρωτόκολλο, την αποφυγή κανόνων, την αμεσότητα της εικόνας και τις δυνατότητες της τεχνολογίας. Και, όπως συμβαίνει και στην πολιτική, καταλήγουμε να έχουμε τη μόδα που μας «αξίζει». 

Ο κόσμος μας έχει να αντιμετωπίσει πολύ σοβαρότερα προβλήματα από τη βουτιά του παγκόσμιου «δείκτη» κομψότητας. Όσο όμως η βιομηχανία αναζητά το «νέο μαύρο», διατηρώ την ελπίδα (ή τον φόβο) ότι βιώνουμε την εποχή της «νεο-κομψότητας».       ■

Περιοδικό "Κ"

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ