ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΤΗΣ Κ

Η γιορτή του Τάκη

Ρούλα Γεωργακοπούλου

Η Κυριακή είναι η πιο παρεξηγημένη ημέρα και θα σας πω αμέσως γιατί. Πρώτα απ’ όλα, γιατί της έχουν αφαιρεθεί αδίκως τα πρωτεία. Δεν είναι αυτή η τελευταία ημέρα της εβδομάδας, γιατί αλλιώτικα τη Δευτέρα δεν θα τη λέγαμε Δευτέρα, αλλά Πρώτη. Η βαρύτερη αδικία όμως είναι που χύθηκε πάνω της τόση ακατανόητη μελαγχολία, ενώ κανονικά η ημέρα αυτή είναι γιορτή. Για να την αποκαταστήσω, άρχισα να το γιορτάζω, στην αρχή κατ’ ιδίαν και κατόπιν σε συνεννόηση με τις αδελφές μου. Ήταν η μόνη μέρα που από κάθε σπίτι της πόλης μας, φτωχό, μεσαίο ή πλούσιο, δεν ακουγόταν κιχ, παρά μόνο ο ήχος των ραδιοφώνων που μετέδιδαν ποδόσφαιρο στη διαπασών. Τι υπέροχη, τι ανακουφιστική ταξική συμπαιγνία και τι συναυλία! Θα μπορούσα άνετα να κοιμηθώ μ’ αυτό το νανούρισμα, που συμφιλίωνε οικογενειακά και κοινωνικά πάθη, κήρυσσε έστω μιας ημέρας ανακωχή, πολύτιμη για μας τα παιδιά, αλλά δεν με άφηνε ο διάβολος.

 Ήθελα κι εγώ να μπω σ’ αυτό το αντρικό πανηγύρι και πράγματι μπήκα, όχι όμως μεταμφιεσμένη σε άντρα σαν την Καλλιπάτειρα, την «αρχόντισσα Ροδίτισσα, πώς μπήκες;» –το αγαπημένο ποίημα του πατέρα μου–, αλλά με τα προεφηβικά μου κοτσίδια και τη μίνι φούστα μου, καβαλώντας μάντρες και παραβαίνοντας την εντολή του πατρός, ο οποίος εν τω μεταξύ είδε τι κακό πρότυπο ήταν η Καλλιπάτειρα και απέσυρε αμέσως την εκτίμησή του προς το πρόσωπό της. Το κακό όμως είχε ήδη γίνει. Τρία κοριτσάκια μοναχά τους, και κατόπιν με παρέα από το παραπλεύρως Γυμνάσιο Αρρένων, πιάναμε από νωρίς στασίδι στην ανατολική τσιμεντένια κερκίδα κι απολαμβάναμε μια έξαψη, κυρίως γλωσσική, που στα σπίτια μας ήταν απαγορευμένη. Δεν είχε βία εκείνη η γλώσσα, αλλά ακραίο χιούμορ και εφευρετικότητα. Άκουγα εκστατική τον ρυθμό των αυθόρμητων συνθημάτων, ζήλευα τον ποιητή εκ του προχείρου που κρυβόταν κάπου στο πέταλο, χωρίς ποτέ να υπογράφει τα αριστουργήματά του, κι ήθελα μια μέρα, όταν μεγαλώσω, να του μοιάσω. Το ποδόσφαιρο με οδήγησε στο θέατρο. Το πιστεύω αυτό. Το διάβασα αργότερα και στον Μπρεχτ, ο οποίος έλεγε ότι οι θεατές πρέπει να ξέρουν το θέατρο όπως ένας φίλαθλος ξέρει στην εντέλεια τους κανόνες του ποδοσφαίρου. 

Έχω πολλά χρόνια να πάω στο γήπεδο. Νομίζω από τότε που η «Μαύρη Θύελλα» ξεθύμανε και πέσανε τα μποφόρ της. Θυμάμαι όμως τη στολή μου της Κυριακής, που την είχα φτιάξει μόνη μου: μια μαύρη μπέρτα από ευτελές σατέν κι ένα μαύρο ημίψηλο από χαρτί που απάνω του έγραψα με άσπρη κορδέλα: FORZA. Θυμάμαι και τα εκτός έδρας, στον Παναρκαδικό, στον Παναιτωλικό, στον Πανηλειακό, στον Λεωνίδα Σπάρτης. Εκεί να δεις πανηγύρι! Μα πιο πολύ θυμάμαι τον Τάκη Παντελόπουλο, δεξί μπακ και αρχηγό του Π.Σ. Καλαμάτα τον καιρό που ανεβήκαμε στην Α΄ Εθνική. Να μας χαιρετάει όταν έβγαινε από την καταπακτή και να μας πετάει τη φανέλα του στην κερκίδα όταν κερδίζαμε. Μια μέρα, ο Τάκης έχασε πέναλτι. Αλλά αργότερα έχασε κι άλλο ένα. Τριάντα ενός ετών, με ένα νεογέννητο και την κολλητή μου σαράντα ημερών λεχώνα να τον περιμένουν σπίτι, έχασε το τελευταίο του πέναλτι στην άσφαλτο. Από τότε η Κυριακή είναι για μένα η γιορτή του Τάκη κι αυτό δεν πρόκειται ποτέ να αλλάξει όσο ζω. ■

* Η Ρούλα Γεωργακοπούλου είναι δημοσιογράφος, μεταφράστρια και θεατρική συγγραφέας. Το «Δέντρα, πολλά δέντρα», που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις «Πόλις», είναι η πρώτη της πεζογραφική απόπειρα.

Περιοδικό "Κ"

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ