Παρά τη δυναμική προ ετών έλευση των e-books στη ζωή μας,  οι πωλήσεις τους σταδιακά υποχώρησαν και ο συναγερμός για την απειλή του παραδοσιακού βιβλίου έληξε, τόσο εντός όσο και εκτός των συνόρων. Γιατί; Ίσως επειδή το γύρισμα των σελίδων έχει μια διαχρονική γοητεία ή επειδή η μυρωδιά του χαρτιού παραπέμπει  σε μνήμες αναγνώσεων ή επειδή η θέα μιας πλούσιας βιβλιοθήκης είναι ανεκτίμητη. Ή ίσως επειδή σε μια περίοδο που εξαρτιόμαστε τόσο  πολύ από ένα smartphone, να έχουμε ανάγκη, όταν διαβάζουμε, να παίρνουμε στα χέρια μας ένα όμορφο αντικείμενο. Υπάρχουν όμως όμορφα βιβλία σήμερα; «Όχι πολλά», πιστεύει ο Γιάννης Μαμάης. 

Ο επικεφαλής του σχεδιαστικού τμήματος των εκδόσεων Gutenberg κι ένας από τους τελευταίους ρομαντικούς στον χώρο του ελληνικού βιβλίου συνεχίζει να συνδέει το παρόν της ελληνικής τυπογραφίας με το παρελθόν της. Στη διαδρομή αυτή έγιναν πολλές εκπτώσεις στην ποιότητα. «Δείτε τα παλιά αναγνωστικά», μας λέει. «Γιατί τα ανατυπώνουμε σήμερα; Για τη νοσταλγία; Πιστεύω όχι. Τα ανατυπώνουμε επειδή ήταν όμορφα. Εκτός κι αν πιστεύει κανείς ότι σε 50 χρόνια θα ανατυπώνουμε και τα σημερινά αναγνωστικά». 

Ο κ. Μαμάης γεννήθηκε στην Αθήνα και από πολύ μικρός μπαινόβγαινε στο τυπογραφείο τού (ετεροθαλούς αδελφού του) Γιώργου Δαρδανού, το οποίο αργότερα εξελίχθηκε στις σημερινές εκδόσεις Gutenberg. «Ήμουν το παιδί για τα θελήματα», θυμάται, «αλλά μεγάλωσα με την εικόνα των παλιών τυπογράφων να στοιχειοθετούν ένα χειρόγραφο». Γοητεύτηκε από τη δουλειά κι έμαθε να την κάνει. «Ξέρεις πώς μαθαίνεις; Όταν θαυμάζεις», λέει. «Κι εγώ θαύμαζα πολλούς ανθρώπους». Ξεχωρίζει τον Νίκο Σκιαδά, τον τυπογράφο και συγγραφέα του τρίτομου «Χρονικού της Ελληνικής Τυπογραφίας», ο οποίος «ήταν καλλιτέχνης. Οι άνθρωποι της εποχής εκείνης θεωρούσαν την τυπογραφία τέχνη». 

Και μετά ήρθε η δεκαετία του ’80 και η φωτοσύνθεση, σημαίνοντας το τέλος της παραδοσιακής τυπογραφίας, πριν περάσουμε οριστικά στην εποχή των υπολογιστών. «Τώρα πια δεν μιλάμε για τυπογραφία, μιλάμε για σχεδίαση. Ο σελιδοποιός στις μέρες μας είναι ο αρχιτέκτονας ενός βιβλίου».

 


Στις εκδόσεις Gutenberg σχεδιάζουν ακόμα τον παραδοσιακό κολοφώνα.

 

Η εποχή των υπολογιστών

Φταίνε οι υπολογιστές για τα άσχημα σημερινά βιβλία; «Όχι», λέει ο κ. Μαμάης. «Οι υπολογιστές μάς βοήθησαν να εξοικονομήσουμε χρόνο και χρήματα, δεν είμαι καθόλου κατά των υπολογιστών». Περιγράφει πώς τον καιρό της χειροποίητης τυπογραφίας για μια απλή διόρθωση, που σήμερα γίνεται μέσα σε μια στιγμή, χρειαζόταν να «λυθεί» η σελίδα, να αφαιρεθεί το λάθος γράμμα με το τσιμπιδάκι, με τον ίδιο τρόπο να τοποθετηθεί το σωστό, μέχρι τελικά να «δεθεί» ξανά η σελίδα. «Η ευκολία, όμως, που έφεραν οι υπολογιστές έδωσε τη δυνατότητα σε οποιονδήποτε να μπορεί να φτιάξει ένα βιβλίο, χωρίς να γνωρίζει τους κανόνες. Η τυπογραφία έχει κανόνες κι εγώ αυτούς τους κανόνες τους σεβάστηκα και τους προσάρμοσα στους υπολογιστές».

Δεν είναι ο μόνος. Κατά τη διάρκεια της συζήτησής μας το τονίζει επανειλημμένα. Μιλάει με θαυμασμό για τον Αιμίλιο Καλιακάτσο των εκδόσεων Στιγμή, αναφέρεται στον Σταύρο Πετσόπουλο των εκδόσεων Άγρα, στις εκδόσεις του ΜΙΕΤ και εξαίρει το έργο και μικρότερων (σε ποσότητα παραγωγής τίτλων) ή νεότερων οίκων που κάνουν καλή δουλειά, όπως η Περισπωμένη, το Ροδακιό, το Κουκούτσι κ.ά. «Υπάρχουν και νέα παιδιά σε αυτή τη δουλειά που ξέρουν τι κάνουν. Θυμάμαι, όταν πριν από λίγο καιρό είχα κάνει κάποια μαθήματα σε φοιτητές της Φιλοσοφικής, είδα παιδιά να αντιλαμβάνονται απόλυτα όσα τους έδειχνα για την αισθητική του βιβλίου». Ο κανόνας όμως, κατά τη γνώμη του, είναι ότι το ελληνικό βιβλίο υποφέρει. «Βλέπω βιβλία με γραμματοσειρές που χρησιμοποιούνται σε ταμπέλες καταστημάτων. Κάποιους δεν τους πειράζει, τους αρκεί το κείμενο να είναι καλό, κι ας το διάβαζαν σε φωτοτυπίες. Κάποιους άλλους, πολύ λιγότερους, η κακή αισθητική τούς ενοχλεί». 

 


Ο επικεφαλής του σχεδιαστικού τμήματος των εκδόσεων Gutenberg, κ. Γιάννης Μαμάης, από τους τελευταίους ρομαντικούς του βιβλίου. 

 

Βιβλία στο χέρι

Κατά τη διαδικασία της σελιδοποίησης ο κ. Μαμάης κάθεται δίπλα στους συνεργάτες του, μπροστά στον υπολογιστή, και «περνάει» το κείμενο αράδα αράδα, «σαν κέντημα», όπως λέει, προσέχοντας τα διαστήματα, τα περιθώρια, το μέγεθος των γραμματοσειρών. Μας έδειξε μια παράγραφο, ενδεικτικά, όπου υπήρχαν λέξεις στα ελληνικά, στα αγγλικά, λέξεις με πλάγια γράμματα και κάποιοι αριθμοί. Σε όλα τα παραπάνω υπομονετικά άλλαζε το μέγεθος των στιγμών ώστε να πετύχει την αρμονία για το μάτι του αναγνώστη. «Το όμορφο βιβλίο είναι το ευκολοδιάβαστο βιβλίο», λέει.  

Τον ακολουθήσαμε μέχρι το βιβλιοδετείο, όπου επιθεωρεί την πορεία των καινούργιων βιβλίων, τα οποία, σε αντίθεση με την πλειονότητα των σημερινών εκδόσεων, τυπώνονται μεν σε μηχανές, αλλά «ντύνονται» στο χέρι. Μια αλυσίδα τριών ανθρώπων περνάει κόλλα με ένα πινέλο στις ράχες των ήδη δεμένων βιβλίων κι έπειτα εφαρμόζουν το εξώφυλλο με τη βοήθεια ενός κόκαλου. Η διαδικασία διαρκεί 15 φορές περισσότερο από ό,τι αν γινόταν στη μηχανή, αλλά έτσι το βιβλίο ανοίγει σωστά. Ο αναγνώστης διευκολύνεται. Πόσο κοστίζει αυτό; Οκτώ λεπτά το βιβλίο. «Το κόστος ανάμεσα σε ένα όμορφο βιβλίο και σε ένα προχειροφτιαγμένο βιβλίο είναι αμελητέο. Γνώση χρειάζεται, δουλειά και μεράκι».  

Σήμερα έχει σχεδιάσει περισσότερα από 1.800 βιβλία. Από τα δικά του χέρια έχουν φτάσει στις βιβλιοθήκες μας βιβλία-σταθμοί της εκδοτικής παραγωγής, από το διαχρονικό μπεστ σέλερ «Μόμπι Ντικ» μέχρι πιο πρόσφατα μυθιστορήματα που αγαπήθηκαν, όπως ο «Στόουνερ», ο «Καλός στρατιώτης» ή ακόμα «Τα σιλό» του Βασιλικού. Η καθημερινότητά του είναι αυτή: θα σταθεί πάνω από τον υπολογιστή να επιβλέψει τη σελιδοποίηση, θα αναζητήσει πίνακες Ελλήνων ζωγράφων για τα εξώφυλλα, θα καθίσει με μεράκι να σχεδιάσει τον κολοφώνα στο τέλος του βιβλίου («γιατί δεν σχεδιάζει κανείς πια κολοφώνες;» αναρωτιέται), θα τρέξει στο τυπογραφείο να τσεκάρει τις αποχρώσεις του δείγματος, θα πάει στο βιβλιοδετείο να ελέγξει αν το «αυτί» της νέας έκδοσης έχει το απαραίτητο «φάλτσο». Θα κάνει ό,τι χρειάζεται ώστε αυτό που θα προσφέρει τελικά στον αναγνώστη να είναι ένα βιβλίο που, όπως λέει χαρακτηριστικά, «δεν θα πικραίνει το μάτι». 

«Αυτή η πορεία μου θα ήταν μοναχική αν δεν είχα βρει τα προηγούμενα χρόνια έναν πολύτιμο συνοδοιπόρο», καταλήγει, «έναν μοναδικό φίλο που μοιραζόταν μαζί μου όλες τις δοκιμές και τους σχεδιασμούς, όλη μου την απαισιοδοξία για το μέλλον της αισθητικής του βιβλίου, τις αγωνίες μου και τα νεύρα μου, τον Δημήτρη Αρμάο, του οποίου η απουσία στάθηκε βαρύ χτύπημα απ’ όλες τις απόψεις, αλλά που συνεχίζει να με συντροφεύει και να μου φωνάζει να συνεχίσω “τον αγώνα τον καλό”. Έτσι το νιώθω». ■

Περιοδικό "Κ"

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

ΑΡΧΕΙΟ