ΘΕΑΤΡΟ

Γενίτσαροι, Μπούλες και όπερα

ΣΑΚΗΣ ΙΩΑΝΝΙΔΗΣ

Το έθιμο που συναντάται στη Νάουσα της Ημαθίας και χορεύεται μόνο από άνδρες χορευτές αποτέλεσε το υλικό ανάγνωσης της όπερας.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Είναι και δεν είναι όπερα, λέει ο σκηνοθέτης Γιάννης Σκουρλέτης για τη «Βασίλισσα των ξωτικών» του Χένρι Πέρσελ. Η αλήθεια είναι ότι ανήκει στο είδος της semi-opera, ένα πολυθέαμα, μας εξηγεί ο σκηνοθέτης της ομάδας bijoux de kant, που στηριζόταν αρκετά στη δημιουργία της ψευδαίσθησης, στα σκηνικά μέρη και τα εφέ της εποχής. Αυτό που κάνει το έργο του Πέρσελ ακόμη πιο ενδιαφέρον είναι πως το λιμπρέτο του εμπνέεται από το «Ονειρο θερινής νυκτός» του Σαίξπηρ, αλλά στη δική του όπερα «δεν έχει χρησιμοποιηθεί ούτε μια σαιξπηρική λέξη».

Στην πλοκή, δύο ερωτευμένοι νέοι, η Δάφνη και ο Απόλλωνας, κυριευμένοι από τον πόθο του ενός για τον άλλον, μπαίνουν βαθιά στο δάσος αψηφώντας τους κινδύνους. Το πυκνό σκοτάδι, όμως, τους χωρίζει και χάνονται. Ο Απόλλωνας παγιδεύεται σε μια λίμνη, η Δάφνη κλαίει και ξυπνάει τα πλάσματα του δάσους. Η ίδια η φύση και οι εποχές του χρόνου συγκινούνται από το κλάμα της και μυούν τους δύο νέους σε μια τελετουργία ένωσης.

Αυτό το ρευστό και, κατά μια έννοια, «πολυμορφικό» υλικό, αφού στο πέρασμα των χρόνων υπήρχαν παραστάσεις όπου το λιμπρέτο εξαφανιζόταν, κοβόταν ή αντικαθίστατο με μπαλέτο, παίρνει στα χέρια του ο Γιάννης Σκουρλέτης και παρουσιάζει στην Εναλλακτική Σκηνή της ΕΛΣ τη δική του προσέγγιση της «Νεραϊδοβασίλισσας». Ωστόσο, οι δύο νέοι δεν θα βρουν στο δάσος μόνο τα πλάσματα της φύσης αλλά επίσης τους Γενίτσαρους και τις Μπούλες, που βρίσκουμε στο γνωστό έθιμο της Νάουσας Ημαθίας στη Βόρεια Ελλάδα. «Στο έργο αφαιρέσαμε την πρόζα από το λιμπρέτο και δώσαμε έμφαση στη μουσική. Δραματουργικά προσπαθήσαμε να συμπυκνώσουμε τα νοήματα που για μένα είναι δύο, η απώλεια της ταυτότητας και η μεταμόρφωση, φτιάχνοντας μια νέα “μάσκα”, αντλώντας από την ελληνική παράδοση», μας λέει ο κ. Σκουρλέτης.

Ο σκηνοθέτης θα μας μεταφέρει στην ονειρική Αρκαδία, στη μυθική ουτοπία που συμβολίζει μια ιδανική κατάσταση αρμονίας ανθρώπου και φύσης και δεν έχει γεωγραφικό προσδιορισμό.

«Η παράδοση είναι μια ανεξάντλητη πηγή, αρκεί να τη δούμε πέρα από φολκλορισμούς και ηθογραφικές παραστάσεις. Κάνουμε μια όπερα για το σήμερα, για την εποχή μας και σκέφτηκα να προσθέσω ενισχυτικά στοιχεία με τα οποία είμαστε εξοικειωμένοι», σημειώνει.

Ο ίδιος θεωρεί ότι η αναβίωση μιας όπερας είναι «αδιέξοδο» και γι’ αυτό τοποθετεί την ιστορία του σε ένα παραμυθένιο περιβάλλον με μια διαφορετική ανάγνωση. «Προσπαθώ μέσα από το έργο να καταλάβω κάτι για τον εαυτό μου. Κάθε φορά λέμε μια ιστορία για να μιλήσουμε για τη δική μας ταυτότητα», σημειώνει.

Αν και η semi-opera του Πέρσελ αποκτά μια ελληνική οπτική, η μουσική παραμένει αυστηρά μπαρόκ. Το μουσικό κομμάτι θα ερμηνεύσει το έμπειρο σύνολο μπαρόκ μουσικής Latinitas Nostra, με τη Χορωδία του Δήμου Αθηναίων και υπό τη διεύθυνση του Μάρκελλου Χρυσικόπουλου. Μεταξύ των μονωδών της παράστασης, τη Δάφνη ερμηνεύει η μεσόφωνος Θεοδώρα Μπάκα, το Καλοκαίρι, ο κόντρα τενόρος Νίκος Σπανός, ενώ τον Απόλλωνα, ο χορευτής Τάσος Καραχάλιος.

​​«Η βασίλισσα των ξωτικών», Εναλλακτική Σκηνή ΕΛΣ, Κέντρο Πολιτισμού Ιδρυμα Σταύρος Νιάρχος, από 27 Απριλίου, 8.30 μ.μ.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ