ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Ο κίνδυνος μιας νέας Ντοβίλ

ΒΑΣΙΛΗΣ ΖΗΡΑΣ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: ΑΝΑΛΥΣΗ

Καθώς πλησιάζει το τέλος του προγράμματος, οι πρωταγωνιστές του πολυετούς σίριαλ της ελληνικής χρεοκοπίας δείχνουν έτοιμοι να επαναλάβουν τα ίδια λάθη που έγιναν στα πρώτα χρόνια της κρίσης. Υπό την πίεση των λαϊκιστών, η γερμανική κυβέρνηση και η πολιτικά αδύναμη σε σχέση με το παρελθόν Α. Μέρκελ θέλουν να συνδέσουν όλα τα μέτρα ελάφρυνσης του χρέους με την υλοποίηση των δεσμεύσεων που θα αναλάβει η Αθήνα για τη μεταμνημονιακή περίοδο. Κατά την άποψη του Βερολίνου, τα μέτρα θα πρέπει να τίθενται σε εφαρμογή μόνον αφού προηγουμένως η τρόικα επιβεβαιώνει πως τηρούνται οι δεσμεύσεις. Σε περίπτωση που η γνωμοδότηση είναι αρνητική, η ελάφρυνση του χρέους θα «παγώνει». Εάν η πρόταση υιοθετηθεί, η αβεβαιότητα ως προς την εξέλιξη του χρέους θα είναι μεγάλη και θα δυσχεράνει τη χρηματοδότηση της χώρας από τις αγορές. Θα καταστήσει το κόστος εξυπηρέτησής του υψηλό, επηρεάζοντας κατά συνέπεια και τη βιωσιμότητά του. Και δεν είναι απίθανο να καταστήσει ακόμη και απαγορευτικό τον δανεισμό από τις αγορές, καθώς έχει ήδη ξεκινήσει η περίοδος ανόδου των επιτοκίων και μείωσης της ρευστότητας διεθνώς. Επιμένοντας σε μια τέτοια πρόταση, το Βερολίνο κινδυνεύει να επαναλάβει το λάθος της Ντοβίλ. Για όσους δεν θυμούνται, τον Οκτώβριο του 2010, Μέρκελ και Σαρκοζί συναντήθηκαν σε αυτό το γαλλικό θέρετρο και συμφώνησαν ότι προϋπόθεση για τη διάσωση κράτους–μέλους της Ευρωζώνης θα ήταν να υποστούν «κούρεμα» οι ιδιώτες ομολογιούχοι. Η απόφαση αναθεωρήθηκε στη συνέχεια, αλλά το κακό είχε γίνει. Η Ιρλανδία μπήκε σε μνημόνιο τρεις εβδομάδες αργότερα, η Πορτογαλία στις αρχές του επόμενου χρόνου και σε ό,τι αφορά την Ελλάδα, η δυναμική του πρώτου μνημονίου χάθηκε οριστικά και οι αποδόσεις των ελληνικών ομολόγων, που είχαν εν τω μεταξύ υποχωρήσει κατά 300 μονάδες βάσης, εκτινάχθηκαν εκ νέου στα ύψη.

Κι ενώ η Γερμανία θέλει να φτιάξει ένα αντιπαραγωγικό μνημόνιο –με αυστηρή εποπτεία αλλά χωρίς νέα χρηματοδότηση– προκειμένου να παραμείνει η Αθήνα υπό τον ασφυκτικό έλεγχο των πιστωτών και μετά τη λήξη του τρέχοντος προγράμματος, η κυβέρνηση και η αντιπολίτευση κάνουν ό,τι μπορούν για να επιβεβαιώσουν όσα υποστηρίζουν οι λαϊκιστές στον ευρωπαϊκό Βορρά. Η κυβέρνηση, αντί να ανασκουμπωθεί και να υλοποιήσει έστω τα 88 προαπαιτούμενα της τελευταίας αξιολόγησης, προπουλάει την καθαρή έξοδο, υποστηρίζοντας ότι σε τρεις μήνες, ελεύθερη από τους περιορισμούς που θέτει η τρόικα, θα κάνει ό,τι θέλει, γιατί μέχρι τώρα έκανε όσα δεν ήθελε. «Θα πάρουμε τα κλειδιά του θησαυροφυλακίου», που λέει κι ο πρωθυπουργός, ενισχύοντας όσους υποστηρίζουν στην Ευρώπη πως, χωρίς αυστηρή εποπτεία, η Ελλάδα θα χαλαρώσει δημοσιονομικά και θα ανατρέψει τις μεταρρυθμίσεις. Τα στελέχη του ΣΥΡΙΖΑ, βλέποντας να πλησιάζει η ώρα των περικοπών των συντάξεων που έχουν ήδη ψηφίσει, ξαναγίνονται «επαναστάτες» του 2014 και ξεφυλλίζουν το πρόγραμμα της Θεσσαλονίκης. Οσο για την αξιωματική αντιπολίτευση, υπόσχεται μειώσεις φόρων, καταδικάζει τις περικοπές δαπανών και πιθανόν επεξεργάζεται –όπως το 2012– κάποιο θαυματουργό πρόγραμμα Ζαππείου ενόψει εκλογών.

Εάν η Γερμανία επιμείνει, είναι δύσκολο να της αντισταθούν οι άλλοι Ευρωπαίοι και το ΔΝΤ. Κάτι θα πρέπει να της δώσουν, όπως κάτι θα πρέπει να δώσουν και στο ΔΝΤ, αν επιθυμούν να μείνει με κάποιο τρόπο στο ελληνικό πρόγραμμα και, κυρίως, για να αξιολογήσει ως βιώσιμο το χρέος. To επόμενο διάστημα θα αναζητήσουν στο παρασκήνιο ένα συμβιβασμό. Κατά το παρελθόν, ο λογαριασμός τέτοιων συμβιβασμών στελνόταν στην Αθήνα κι αν είναι του ύψους της Ντοβίλ, θα είναι πολύ βαρύς για να τον αντέξει πολιτικά, κοινωνικά και οικονομικά η χώρα.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ