ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Είναι συναρπαστική η αντίθεση του κοινωνικού αφηγήματος για τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, συγκριτικά με αυτό που κυριαρχούσε μέχρι πρότινος. Το 2008 το Facebook λάμβανε επαίνους από τα πρωτοσέλιδα των εφημερίδων ως ένα πολλά υποσχόμενο, καινοτόμο φαινόμενο που ανοίγει νέους ορίζοντες στην ενημέρωση και τον πλουραλισμό. Το 2011 το Twitter πυροδοτούσε κοινωνικές επαναστάσεις και ανέτρεπε δικτατορικά καθεστώτα στη Μέση Ανατολή και το YouTube έδινε φωνή σε νέους ανθρώπους που ήθελαν να μοιραστούν τα βίντεό τους. Λίγα χρόνια και ορισμένα παραπάνω σκάνδαλα αργότερα, οι πλατφόρμες έχουν πλέον δαιμονοποιηθεί – σύμφωνα με πρόσφατες έρευνες του Axios, η πλειονότητα των Αμερικανών πολιτών δεν τρέφει καμία εμπιστοσύνη στους τεχνολογικούς τιτάνες του σήμερα και νοσταλγεί τις παλιές, καλές εποχές...

«Δεν είναι μόνον έτσι», υποστηρίζει ο Κέβιν Ρόουζ των New York Times, αντανακλώντας τη φωνή ενός νέου κινήματος που διατηρεί την αισιοδοξία του για τη δύναμη των social media, αλλά ταυτόχρονα ζητεί τη ριζική αλλαγή του τρόπου με τον οποίο κυβερνώνται. «Το πρόβλημα είναι απλό: το Facebook δεν μπορεί να σταματήσει να τρέφεται με τα προσωπικά μας δεδομένα για τον ίδιο λόγο που τα Starbucks δεν μπορούν να σταματήσουν να πωλούν καφέ – είναι η καρδιά του επιχειρηματικού τους μοντέλου», γράφει ο Ρόουζ. Πέρα από ένα κανονιστικό πλαίσιο και την εφαρμογή πολιτικών προστασίας δεδομένων, ο Ρόουζ οραματίζεται κάτι πιο ανατρεπτικό: τη μεταφορά της διοίκησης του Facebook από τον Μαρκ Ζούκερμπεργκ στα χέρια... όλων του των χρηστών.

Η ιδέα της «δημοκρατικοποίησης» του Facebook κερδίζει ολοένα και περισσότερους υποστηρικτές. Στο καινούργιο του βιβλίο «New Power» (Νέα εξουσία), ο διακεκριμένος επιχειρηματίας Τζέρεμι Χέιμανς προτείνει ένα μέλλον στο οποίο κάθε χρήστης των πλατφορμών κοινωνικής δικτύωσης θα μπορεί να έχει μια θέση στο τραπέζι της διοίκησης, ψηφίζοντας για τις σημαντικές αποφάσεις της λειτουργίας του μέσου, όπως την προστασία δεδομένων ή τους κανόνες λογοκρισίας του εκάστοτε περιεχομένου. «Εφόσον ο καθένας μας προσθέτει οικονομική αξία σε ένα φαινόμενο με τόσο δραματικές κοινωνικές συνέπειες, θα πρέπει να μπορεί να το επηρεάζει», υποστηρίζει ο Χέιμανς, προσθέτοντας με μια δόση σαρκασμού ότι αν ο Ζούκερμπεργκ σέβεται πραγματικά τη δημοκρατία –όπως τόνισε επανειλημμένα στην απολογία του στο Κογκρέσο–, τότε θα πρέπει να ξεκινήσει από το ίδιο του το πρότζεκτ.

Μία άλλη, πιο μετριοπαθής σχολή του ίδιου κινήματος θεωρεί ότι η πηγή του κακού είναι ο συγκεντρωτισμός. «Αντί μιας μεγάλης, απρόσωπης πλατφόρμας που αναγκάζεται να εξυπηρετεί τα ποικίλα συμφέροντα και τις αντιφατικές απόψεις όλων των χρηστών, θα μπορούσαμε να έχουμε μικρές, αυτοδιοικούμενες ψηφιακές κοινότητες», προτείνει στο άρθρο του ο Ρόουζ. Παρόμοιες πλατφόρμες υπάρχουν ήδη: το Mastodon έχει αποκτήσει περισσότερους από 140.000 χρήστες από το ντεμπούτο του το 2016.

Τέλος, ορισμένοι οραματιστές ενός καλύτερου Facebook προτείνουν μιαν απλή αλλά ευφάνταστη λύση: την «αναγέννηση» των μέσων κοινωνικής δικτύωσης. «Ισως μια καλή λύση θα ήταν ένα κουμπί reset, το οποίο θα διέγραφε όλα μας τα δεδομένα και τη διαδικτυακή μας προϊστορία και, γνωρίζοντας πλέον τους κινδύνους, θα μπορούσαμε να ξεκινήσουμε και πάλι από το μηδέν», καταλήγει ο Ρόουζ.

«Κατεβάζω τα δεδομένα μου, και τι να δω...»

Eνας μήνας πέρασε πλέον από την ανάδυση του σκανδάλου της Cambridge Analytica και η ερώτηση στα χείλη των περισσότερων παραμένει η εξής: «Ποια δεδομένα έχει τελικά το Facebook στα χέρια του;». Τα καλά νέα είναι πως η πλατφόρμα επιτρέπει στους χρήστες να κατεβάσουν ένα αναλυτικό αντίγραφο όλων των συσσωρευμένων δεδομένων τους στα οποία έχει πρόσβαση η εταιρεία. Τα άσχημα νέα: φαίνεται πως το Facebook διατηρεί πολλά περισσότερα δεδομένα από όσα νομίζουμε.

Ο δημοσιογράφος των New York Times, Μπράιαν Τσεν, αποφάσισε να κάνει ένα μικρό πείραμα κατεβάζοντας και εξετάζοντας το προσωπικό του «ψηφιακό αποτύπωμα». Καθώς ο ίδιος διατηρεί ένα ιδιαίτερα αραιό προφίλ, δημοσιεύει σπάνια αναρτήσεις και αλληλεπιδρά ακόμη σπανιότερα με διαφημίσεις –αυτοαποκαλούμενος μάλιστα ως «φάντασμα του Facebook»– περίμενε να μη συναντήσει κάτι το συνταρακτικό. Ωστόσο, σύμφωνα με τον ίδιο, μια ματιά ήταν αρκετή για να αντιληφθεί πως είχε ανοίξει κάποιου είδους «κουτί της Πανδώρας».

«Ενα από τα πρώτα, ανησυχητικά πράγματα που πρόσεξα ήταν μια λίστα με 764 ονόματα, μαζί τους αριθμούς τηλεφώνου του καθενός, “εξορυγμένα” κατευθείαν από τις επαφές του τηλεφώνου μου», γράφει. Κατόπιν προσεκτικότερης εξέτασης, o Τσεν συνειδητοποίησε πως το Facebook είχε αποθηκεύσει αυτόματα ολόκληρο τον τηλεφωνικό του κατάλογο –συμπεριλαμβανομένης μέχρι και της πιτσαρίας της γειτονιάς– εξαιτίας του Messenger.

Ακόμη πιο σοκαριστικό για τον ίδιο ήταν το γεγονός ότι, παρά την περιορισμένη χρήση στο προφίλ του, μία σειρά από προσωπικά δεδομένα –από τα στοιχεία επικοινωνίας του μέχρι και τον αριθμό του διαμερίσματός του– είχαν διαμοιραστεί με πάνω από 500 διαφημιστές. «Πολλές από τις εταιρείες που συνάντησα στο αρχείο μου δεν τις είχα ακούσει ποτέ, και τα προϊόντα τους δεν με αφορούσαν κατ’ ελάχιστον», αναφέρει έκπληκτος ο Μπράιαν Τσεν.

Ωστόσο, ίσως η πιο ανησυχητική πτυχή του προβλήματος δεν ήταν ο όγκος των δεδομένων που τροφοδοτούσε καθημερινά στην πλατφόρμα, αλλά η ανικανότητά του να τα διαγράψει. «Το Facebook διατηρούσε επίσης μια λίστα με πάνω από 100 άτομα τα οποία είχα σβήσει, για προσωπικούς μου λόγους, από το προφίλ μου. Με ενόχλησε αρκετά η ύπαρξη της λίστας –άλλωστε γιατί να διακρατούνται κάπου τα ονόματα πρώην συντρόφων μου;– αλλά ακόμη περισσότερο ενοχλήθηκα όταν συνειδητοποίησα πως δεν μπορούσα να ζητήσω από το Facebook να τη διαγράψει», σημειώνει.

Πριν από μερικές μέρες, ο Μαρκ Ζούκερμπεργκ κλήθηκε να απαντήσει σε ερωτήσεις στο Κογκρέσο. Μία από τις πιο χαρακτηριστικές φράσεις, που εξέφρασε επανειλημμένως, ήταν πως το Facebook διαθέτει ένα εργαλείο που «επιτρέπει στους χρήστες να αφαιρούν τις πληροφορίες που παρέχουν στο Facebook, όταν οι ίδιοι εναντιώνονται σε αυτές». Η αίσθηση ευθύνης, που ήταν χαραγμένη στο πρόσωπό του, έδινε πραγματικά την αίσθηση της ειλικρίνειας – ωστόσο οι αποκαλύψεις του Τσεν είναι αρκετές ώστε να ρίξουν μια έντονη σκιά αμφιβολίας.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

ΑΡΧΕΙΟ