Θοδωρής Γεωργακόπουλος ΘΟΔΩΡΗΣ ΓΕΩΡΓΑΚΟΠΟΥΛΟΣ

Η διαφορετικότητα και μια (μη) χειραψία

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Πριν από δύο χρόνια μια γυναίκα από την Αλγερία, που είχε παντρευτεί έναν Γάλλο πολίτη και είχε κάνει αίτηση για τη χορήγηση της γαλλικής υπηκοόητας, βρέθηκε στην τελετή πολιτογράφησης στη Γκρενόμπλ. Εκεί οι αρμόδιοι Γάλλοι αξιωματούχοι έσπευσαν να της σφίξουν το χέρι για να την συγχαρούν. Εκείνη αρνήθηκε να τους αγγίξει, επικαλούμενη τις “θρησκευτικές της πεποιθήσεις”. Τότε οι αξιωματούχοι απέρριψαν το αίτημά της και δεν της έδωσαν τη Γαλλική υπηκοότητα. Η γυναίκα έσπευσε να καταγγείλει το συμβάν στο δικαστήριο και έχασε. Πριν από λίγες ημέρες εκδικάστηκε και η έφεσή της -πάλι έχασε.

Η είδηση αυτή δεν είναι πάρα πολύ σημαντική -και επίσης είναι εντελώς αποσπασματική και ανολοκλήρωτη, και δεν δίνει μια πλήρη εικόνα του τι συνέβη-, αλλά κατά τη γνώμη μου είναι χρήσιμη ως εργαλείο. Μπορεί να βοηθήσει κάποιον να σκεφτεί το θέμα της μετανάστευσης και της ένταξης των μεταναστών σε κοινωνίες παρόμοιες με τη δικιά μας και ίσως να καταλάβει καλύτερα ποια είναι η δική του άποψη, τι πιστεύει πραγματικά για το θέμα και γιατί. Θα σας εξηγήσω τι εννοώ.

Το πρώτο ένστικτο οποιουδήποτε διαβάζει την είδηση είναι, βεβαίως, πως καλά έκανε το δικαστήριο. Η γυναίκα αυτή πιστεύει σε μια θρησκεία που δεν την αφήνει να ακουμπάει άντρες που δεν είναι συγγενείς της. Πώς μπορεί να ενταχθεί σε μια κοινωνία όπως η γαλλική, με εντελώς διαφορετικές αξίες; Προφανώς δεν μπορεί. Άρα δεν πρέπει να είναι υπήκοος. Το ίδιο επιχείρημα μπορεί να χρησιμοποιηθεί και στην περίπτωση της μαντίλας, ας πούμε. Ακούγεται λογικό.

Σας προτείνω όμως να δοκιμάσετε την εξής άσκηση. Επιστρέψετε στην πρώτη παράγραφο του κειμένου και αφαιρέστε πέντε λέξεις: “επικαλούμενη τις θρησκευτικές της πεποιθήσεις”. Σβήστε τις. Και φανταστείτε μια γυναίκα που δεν επικαλείται τη θρησκεία της, αλλά αρνείται να σφίξει το χέρι δύο ανδρών για κάποιον άλλο λόγο. Επειδή έχει μικροβιοφοβία. Επειδή έχουν ιδρώσει οι παλάμες της και ντρέπεται. Για οποιονδήποτε λόγο, ρε παιδί μου. Πρέπει σώνει και ντε να δώσει το χέρι στον άλλον άμα δεν θέλει; Είναι παράνομο να αρνηθεί;

Πώς σας φαίνεται η ιστορία αυτή τώρα; Ξαφνικά δεν μοιάζει σαν δυο παρεξηγιάρηδες αξιωματούχοι κι ένα φθονερό δικαστικό σύστημα να ταλαιπωρούν μια γυναίκα χωρίς λόγο; Αυτό σημαίνει ότι η πρώτη παράγραφος σας φάνηκε απόλυτα λογική και η απόφαση του δικαστηρίου σωστή και δίκαιη για μόνο ένα λόγο: Επειδή η γυναίκα έχει διαφορετική θρησκεία. Δεν είχε καν σημασία το ότι δεν ξέρουμε τίποτε γι’ αυτήν, για το αν η θρησκευτική της πίστη περιορίζεται σε γραφικές μα άκακες συνήθειες ή αν όντως την επηρεάζει σε βαθμό που δεν μπορεί να λειτουργήσει στο πλαίσιο μιας δυτικής κοινωνίας. Αρκούσε η αναφορά της θρησκείας.

Συνέχεια συμβαίνει αυτό.

Όποτε κουβεντιάζουμε για την ένταξη των μεταναστών στις δυτικές κοινωνίες, η συζήτηση πάντα διαμορφώνεται από την ίδια τη διαφορετικότητα. Η έμφαση δίνεται στη διαφορετική θρησκεία, στις διαφορετικές συνήθειες, στην αίσθηση του ξένου, του αλλιώτικου, που “δεν ανήκει εδώ” και δεν μοιάζει με εμάς. Είναι φυσιολογικό ανθρώπινο ένστικτο ο φόβος και αναδύεται εύκολα, ειδικά σε ομάδες ανθρώπων με περιορισμένη μόρφωση ή παραστάσεις, αλλά όχι αποκλειστικά σε αυτές. Από την άλλη, όμως, οι ανθρώπινοι πληθυσμοί πράγματι δεν είναι όλοι ίδιοι. Πολιτισμικές διαφορές υπάρχουν (μολονότι όχι στο βαθμό και με την καθολικότητα που κάποιοι νομίζουν). Μεμονωμένοι άνθρωποι μπορεί πράγματι να είναι εντελώς αδύνατο να ενταχθούν ομαλά σε κοινωνίες όπου επικρατούν άλλες αξίες, τις οποίες οι ίδιοι απορρίπτουν ή και περιφρονούν. Εξάλλου, η βαθιά θρησκευτική πίστη σε οποιοδήποτε δόγμα είναι ένα φαινόμενο που δεν έχει μόνο μεμονωμένες γραφικές εκφάνσεις, όπως το να φοράς ένα μαντήλι, να αρνείσαι να ακουμπήσεις ξένους, να μπουσουλάς κάτω από ένα λουλουδάτο τραπέζι ή να ανέχεσαι τα τραγούδια ιερέων στη διαπασών από τα μεγάφωνα της εκκλησίας έξι τετράγωνα μακριά, τρεις η ώρα τη νύχτα Μεγάλο Σάββατο. Συνήθως συνοδεύεται και από μια σειρά από (για να το πω κομψά), αγκυλώσεις που επηρεάζουν το χαρακτήρα, την συμπεριφορά, την ανεκτικότητα απέναντι σε ανθρώπους και καταστάσεις.

Οπότε πού βρίσκει κανείς την ισορροπία; Πώς μπορεί κάποιος να ξέρει και να κρίνει αν μια γυναίκα που φορά μαντίλα και δεν ακουμπάει άντρες μπορεί όντως να συμμετάσχει σε μια δυτική κοινωνία “κανονικά”;

Η απάντηση είναι ότι υπάρχει ένα σχετικά αποτελεσματικό κριτήριο, το μόνο αντικειμενικό και απόλυτο που διαθέτουν οι ανθρώπινες κοινωνίες, το οποίο λειτουργεί αρκετά καλά εδώ και πολλούς αιώνες: οι νόμοι.

Εφόσον στις κοινωνίες μας δεν είναι εύκολο κάποιος να καταγράψει τις συνήθειες ή τις “αξίες” που επικρατούν με κάποιον απολύτως αντικειμενικό και οικουμενικό τρόπο (εγώ, ας πούμε, Έλλην ως το μεδούλι, δεν αντέχω με τίποτε τα μεγάφωνα των εκκλησιών, πείτε με παράξενο), και να μετρήσει στάσεις και συμπεριφορές των “ξένων” με κριτήριο αυτή την καταγραφή, μπορούμε αντ’ αυτού να χρησιμοποιήσουμε αυτό που χρησιμοποιούμε ήδη για να κάνουμε μεταξύ μας αυτή τη δουλειά, την νομοθεσία. Αν το κάνουμε αυτό, συνειδητοποιούμε ότι πολλές από τις συμπεριφορές που συζητιούνται και ενίοτε -όπως συνέβη και στην περίπτωση της γυναίκας από την Αλγερία- απορρίπτονται, δεν θα έπρεπε να συζητιούνται με τόση ένταση. Δεν υπάρχει (και δεν θα έπρεπε να υπάρχει) νόμος που να απαγορεύει σε μια γυναίκα (ή, εδώ που τα λέμε, και σε κανέναν άντρα) να φοράει μαντήλι στο κεφάλι. Κανένας νόμος δεν μπορεί να απαγορεύει σε κανέναν να αρνηθεί μια χειραψία. Υποτίθεται ότι οι κοινωνίες μας είναι φιλελεύθερες και οι πολίτες που ζουν στις δικές μας τις χώρες απολαμβάνουν όλες τις ελευθερίες που προβλέπει ο νόμος, ανεξάρτητα αν η χρήση αυτών των ελευθεριών πηγάζει από θρησκευτικές πεποιθήσεις, από ενδυματολογικές προτιμήσεις, ή από το ότι ο απέναντι που μας τείνει το χέρι μοιάζει βρώμικος ή/και είναι πολύ αντιπαθητικός. Από την άλλη, όταν ο άλλος μεταχειρίζεται τη σύζυγό του σαν σκλάβα, ή αναγκάζει τα παιδιά του να παντρευτούν ή/και να τεκνοποιήσουν στα 13 τους χρόνια, είναι προφανές ότι δεν έχει καμία θέση στην δική μας κοινωνία, είτε το κάνει επειδή το λέει η θρησκεία του, είτε επειδή του το λέει μια φωνή στο αυτί που κανένας άλλος δεν ακούει. Το πράγμα που ορίζει πού είναι το όριο είναι ο νόμος. Κι ο νόμος προβλέπει το πώς και για πόσο πρέπει τέτοιοι άνθρωποι να απομακρύνονται από την κοινωνία.

Βεβαίως, ούτε αυτό το κριτήριο δεν είναι τέλειο. Συζητούσα την εποχή των μεγάλων προσφυγικών ροών με στέλεχος μεγάλης ξένης ΜΚΟ για το θέμα των οικογενειών ανηλίκων που έρχονται και ζητούν άσυλο. Και δεν εννοώ τα ασυνόδευτα παιδιά -εννοώ τα παιδιά 14 και 15 χρονών που έχουν δικά τους παιδιά. Τι τα κάνουμε εμείς αυτά; Οι γάμοι τους δεν μπορούν να ισχύουν στη Δύση, αλλά ταυτόχρονα πρόκειται για οικογένειες, μαμάδες, μπαμπάδες, παιδάκια. Τις διαλύουμε; Τις αναγνωρίζουμε; Ούτε αυτή ήξερε. “Δεν υπάρχει καλή απάντηση”, μου είπε. Η νομοθεσία, όσο σαφής κι αν είναι, δεν μπορεί να αποτελέσει ικανοποιητική λύση σε παρόμοιες περιπτώσεις. Αλλά, όπως λέει κι ο προπονητής της Λίβερπουλ για την Ευρωπαϊκή Ένωση, είναι η καλύτερη λύση που έχουμε. Και μέχρι να εμφανιστούν οι τεχνητές νοημοσύνες που θα καταλαβαίνουν από τα likes στο Facebook, τα εγκεφαλικά κύματα ή την εφίδρωση στις μασχάλες το αν η κυρία που αρνείται να ακουμπήσει ξένους άντρες είναι απλά μια άκακη πολίτης που ασκεί την ελεύθερη βούλησή της όπως αυτή εκπορεύεται από το δικό της μυαλό και τα δικά της φίλτρα ή μια επικίνδυνη μισαλλόδοξη φονταμενταλίστρια, μόνο τη νομοθεσία έχουμε ως αντικειμενικό εργαλείο, για να προστατεύει τις κοινωνίες μας από τους κακούς ξένους, και για να προστατεύει τους καλούς ξένους από τις δικιές μας υστερικές φοβίες.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ