Μιχάλης Τσιντσίνης ΜΙΧΑΛΗΣ ΤΣΙΝΤΣΙΝΗΣ

Ζαν-Κλοντ Γιούνκερ: Ελληνολογία

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: ΜΑΣΚΕΣ

​Η πιο εμπνευσμένη ομιλία του Γιούνκερ για την Ελλάδα ήταν και η πιο αποτυχημένη. Ηταν η ομιλία που απηύθυνε τον Ιούνιο του 2015 από τις Βρυξέλλες, καλώντας τους Ελληνες «να μην αυτοκτονήσουν από τον φόβο του θανάτου» και να ψηφίσουν «ναι» στο δημοψήφισμα. Τότε κάποιοι έλεγαν ότι επιχειρούσε να τρομοκρατήσει τους ψηφοφόρους.

Σε έναν από τους τελευταίους σταθμούς της πολιτικής του σταδιοδρομίας –καθώς έχει ανακοινώσει ότι δεν θα επιδιώξει την επανεκλογή του– ο πρόεδρος της Κομισιόν όφειλε να προβάλει ένα από τα μεγαλύτερά επιτεύγματα της θητείας του: τη διατήρηση της ακεραιότητας της Ευρωζώνης.

Η επίσκεψη δεν μπορούσε παρά να είναι πανηγυρική – γεγονός που εξηγεί και γιατί αποφασίστηκε να μην εκτυλιχθεί με σκηνικό ένα πολιτικό μνημόσυνο για τον Κωνσταντίνο Καραμανλή. Ακόμη και ο ρητορικός έπαινος ενός φιλέλληνα Ευρωπαίου statesman, που έχει κάθε λόγο να θεωρεί την Ελλάδα δικό του «πρότζεκτ», θα «μεταφραζόταν» επιεικώς παρεξηγήσιμος μέσα στα εγχώρια πολιτικά συμφραζόμενα.

Ο τρόπος που η κυβέρνηση –και προσωπικά ο Τσίπρας– επιχείρησε να χορογραφήσει την παρουσία του Γιούνκερ επιβεβαίωσε αυτή την πρόβλεψη.

Αν πρέπει να κρατήσει κανείς κάτι πέραν των συμβολισμών, είναι ίσως η διάθλαση των πανηγυρικών εικόνων στην οθόνη της όντως διαπραγμάτευσης.

Την ώρα που στο Μαξίμου ο πρωθυπουργός «νταούλιζε» την καθαρότητα της εξόδου, ο Τσακαλώτος προανήγγελλε ότι οι κύκλοι της επιτήρησης θα είναι πιο πυκνοί απ’ ό,τι ήταν υπό το καθεστώς του μνημονίου. Και την ώρα που ο Γιούνκερ έπαιρνε ακόμη το γεύμα του στο Προεδρικό Μέγαρο, η Handelsblatt τον έχριζε, στην ανταπόκρισή της από την Αθήνα, με τον όχι ακριβώς κολακευτικό όρο «Tsipras-Versteher» – ο «Τσιπρολόγος»: Αυτός που καταλαβαίνει τον Τσίπρα επειδή βρίσκεται πιο κοντά του – σε υπόρρητη αντιδιαστολή με εκείνους που αποφασίζουν, στο Βερολίνο και αλλού, το μεταμνημονιακό μέλλον.

Το μεγάλο ζητούμενο αυτού του μέλλοντος, που διαπραγματεύονται οι δανειστές σχεδόν αποκλειστικά μεταξύ τους, δεν είναι το εξιτήριο καθαυτό. Είναι το σύστημα παρακολούθησης –διάβαζε και σωφρονισμού– της Ελλάδας μετά το εξιτήριο.

Η διαφωνία επικεντρώνεται, με άλλα λόγια, στον μηχανισμό αντιμετώπισης της αναξιοπιστίας του ελληνικού πολιτικού συστήματος, που δεν θεωρείται ακόμη ικανό να διατηρήσει αυτοτελώς αυτά που πέτυχε υπό επιτροπεία. Που δεν περιμένει καν την 20ή Αυγούστου για να αρχίσει πάλι να διορίζει.

Εννιά χρόνια μετά το ιστορικό «Game Over» του Ζαν-Κλοντ Γιούνκερ, το δημοσιονομικό σύμπτωμα αντιμετωπίστηκε. Η πολιτική αφερεγγυότητα –η πηγή του αναξιόχρεου– παραμένει ενεργός. The game is far from over.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ