Τάκης Θεοδωρόπουλος ΤΑΚΗΣ ΘΕΟΔΩΡΟΠΟΥΛΟΣ

Μια χειραψία, ένας πολιτισμός

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

​​Η κυρία μαροκινής καταγωγής είχε κάνει αίτηση για να πάρει τη γαλλική υπηκοότητα. Πέρασε με επιτυχία όλες τις συνεντεύξεις, ως Μαροκινή είναι γαλλόφωνη, πλην όμως δεν πήρε την υπηκοότητα διότι αρνήθηκε να ανταποκριθεί στη χειραψία κάποιου επισήμου, επειδή της το απαγορεύει η θρησκεία της. Θα μπορούσε να δηλώσει πως πάσχει από μικροβιοφοβία, πλην όμως, ειλικρινής ούσα, δεν έχασε την ευκαιρία να μετατρέψει σε ομολογία πίστης μια χειρονομία που αποτελεί σημείο απλής κοινωνικής συναναστροφής, όπως η προσφώνηση «κυρία», ή το «καλημέρα». Εξαιρείται η ωραία Ελλάς όπου τίποτε απ’ αυτά δεν ισχύει εξαιτίας της πίστης στη δημοκρατική αγένεια. Ομως δεν είναι εκεί το θέμα.

Το θέμα είναι ότι η κυρία αυτή θέλησε αμέσως να διακριθεί από την κοινότητα στην οποία ζητούσε να ενταχθεί. Και μάλιστα να διακριθεί προτάσσοντας τη θρησκευτική της ταυτότητα ως υπερτέρα της πολιτειακής της – έτσι αποδίδω στα ελληνικά τον όρο civisme και εννοείται δεκτή όποια διόρθωση αρκεί να συνοδεύεται από εναλλακτική απόδοση. Ο Αλέν Φινκιλκρότ στο έργο του «Η δυστυχισμένη ταυτότητα», όπου περιγράφει τον κίνδυνο της κοινωνικής αποσύνθεσης εξαιτίας του «κοινοτικού» πνεύματος, λέει ότι η συνείδηση της κοινότητας αρχίζει από τη στιγμή που ο Γάλλος μουσουλμάνος αποκαλεί τον άλλον «αδελφό» και όχι «κύριο». Λεπτομέρειες θα μου πείτε. Εμείς το «κύριος» το έχουμε για προωθημένες καταστάσεις κοινωνικής υποκριτικής. Μας φτάνει το σκέτο Γιάννη, το «ρε μεγάλε», ή το «σύντροφε».

Δεν παρακολούθησα τις αντιδράσεις που ακολούθησαν την απόρριψη της υπηκοότητας στη Μαροκινή κυρία. Υποθέτω θα υπήρξαν πολλές, αντίστοιχες με αυτές που ξεσηκώθηκαν για τη μαντίλα, την μπούρκα, ή το μπουρκίνι. Αναρωτιέμαι απλώς ως πού θα έφταναν οι κραυγές της αγανάκτησής μας αν κάτι τέτοιο συνέβαινε παρ’ ημίν. «Μα για μια χειραψία κατέστρεψαν μια ζωή». Θα μου πείτε εμείς είμαστε λαός ανοιχτός στις προκλήσεις των καιρών. Προκειμένου να ξεκουράσουμε την πρησμένη από το περπάτημα φτέρνα την ακουμπάμε στο κενοτάφιο του Αγνωστου Στρατιώτη και προκειμένου να χαλαρώσουμε παίζουμε κι ένα μπεγλέρι.

Πριν από πενήντα χρόνια, στις 2 Μαΐου, ξεκινούσαν τα γεγονότα του Μάη του ’68. Οι φοιτητές της Ναντέρ, ξεσηκωμένοι ήδη από τον Μάρτιο, οργάνωσαν διαδήλωση κατά του ιμπεριαλισμού. Ο πρύτανης Πιερ Γκραπέν κλείνει το Πανεπιστήμιο και οι φοιτητές αποκαλώντας τον φασίστα μεταφέρονται στη Σορβόννη, στο κέντρο των Παρισίων. Σημειωτέον ότι ο Γκραπέν υπήρξε ενεργό μέλος της αντίστασης κατά των ναζί και ο ίδιος ο Κον Μπεντίτ του ζήτησε συγγνώμη σαράντα χρόνια μετά. Η εξέγερση γενικεύεται, και η κυβέρνηση Πομπιντού είναι αντιμέτωπη με μια κοινωνία που έχει παραλύσει από τις απεργίες. Αν σήμερα έχει επιζήσει κάτι από όλη αυτή τη φασαρία είναι το συμβολικό της βάρος. Ο Μάης του ’68 δεν ανέτρεψε το κοινωνικό καθεστώς. Υπονόμευσε όμως τη συμβολική γλώσσα που το υποστήριζε. Πολιτικοποίησαν τους αποβλακωμένους χίπις και τους μαστουρωμένους ροκάδες. Εβαλαν σάντουιτς στο χέρι του Βολταίρου και ούρησαν στη φλόγα της Αψίδας του Θριάμβου. Ολα όμως τέλειωσαν μ’ εκείνη τη μεγαλειώδη αντιδιαδήλωση. Ενα εκατομμύριο, η σιωπηρή πλειοψηφία, με επικεφαλής τον Μαλρό και τον Σαμπάν Ντελμάς που κατέκλυσαν τα Ηλύσια Πεδία για να υποστηρίξουν τον Ντε Γκωλ.

Μια κοινωνία χωρίς κοινά σύμβολα αναφοράς δεν είναι κοινωνία. Το πνεύμα του Μάη του ’68, πνεύμα της αμέλειας, της αδιαφορίας και της περιφρόνησης των κοινών συμβόλων, άρα του πολιτισμού, υπήρξε καταλυτικό για την ευρωπαϊκή πορεία, καταλυτικότερο σίγουρα από τις πολιτικές του επιρροές. Υπήρξε η κορύφωση της πολιτισμικής ενοχής του Δυτικού Πολιτισμού. Ανοιξε τον δρόμο για τον πολιτισμικό σχετικισμό, και την άνευ όρων πολυπολιτισμικότητα. Εκχώρησε τα πνευματικά δικαιώματα του Πλάτωνα στον πρώτο ιμάμη που πέρασε τα σύνορά του.

Και τώρα φοβάται τη Μαροκινή κυρία που αρνήθηκε τη χειραψία για «θρησκευτικούς λόγους». Αν μη τι άλλο δείχνει να συνειδητοποιεί ότι το πρόβλημα δεν είναι μόνον οι παράφρονες δολοφόνοι αλλά και το περιβάλλον τους. Οσο για μας εδώ μην ανησυχείτε. Η μηχανή χρονοκαθυστέρησης που λέγεται Ελλάς χρειάζεται καμιά δεκαριά χρόνια ακόμη για να καταλάβει τι της συμβαίνει. Δεν είναι δα και αιωνιότης.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ