ΕΛΛΑΔΑ

Σε βλάβες εξοπλισμού, υλικών «σκοντάφτουν» οι υπηρεσίες αιμοδοσίας

ΠΕΝΝΥ ΜΠΟΥΛΟΥΤΖΑ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Προβληματικό υλικοτεχνικό εξοπλισμό αλλά και έλλειμμα μηχανοργάνωσης φαίνεται ότι αντιμετωπίζουν πολλές υπηρεσίες αιμοδοσίας της χώρας μας. Αυτό τουλάχιστον διαφαίνεται από την τελευταία έκθεση του Συντονιστικού Κέντρου Αιμοεπαγρύπνησης (ΣΚΑΕ) του Κέντρου Ελέγχου και Πρόληψης Νοσημάτων για τις ανεπιθύμητες αντιδράσεις και συμβάντα κατά τη μετάγγιση και την αιμοδοσία, τα οποία καταγράφηκαν το 2016. Σύμφωνα με την έκθεση, το 2016 ως κύρια αιτία των ανεπιθύμητων συμβάντων σχετικών με τη μετάγγιση αναφέρονται οι βλάβες εξοπλισμού και υλικών, σε αντίθεση με τι συνέβαινε τα προηγούμενα χρόνια επιτήρησης στην Ελλάδα –και το τι ισχύει διεθνώς–, όταν τα ανεπιθύμητα συμβάντα αποδίδονταν κατά κύριο λόγο σε ανθρώπινο σφάλμα. Σύμφωνα με τις πληροφορίες της «Κ», το Εθνικό Κέντρο Αιμοδοσίας έχει ζητήσει από το ΣΚΑΕ αναλυτικά δεδομένα για την περαιτέρω διερεύνηση του φαινομένου και την προώθηση διορθωτικών κινήσεων όπου αυτές απαιτούνται.

Ειδικότερα, το 2016 καταγράφηκαν 765 ανεπιθύμητα συμβάντα, όπως ονομάζεται κάθε ατυχές περιστατικό που συνδέεται με τον έλεγχο, την επεξεργασία, την αποθήκευση και τη διανομή αίματος και συστατικών του, εκ των οποίων το 37% ήταν σοβαρά. Η πλειονότητα των ανεπιθύμητων συμβάντων σχετιζόταν με απόκλιση στην ποιότητα των υλικών (32%) αλλά και στις διαδικασίες επεξεργασίας (20%) και ελέγχου (15%). Επιπλέον, κατά το 2016 καταγράφηκαν 1.332 ανεπιθύμητες αντιδράσεις σε ασθενείς κατά τη μετάγγιση 759.278 προϊόντων αίματος, ενώ ένας στους 133 αιμοδότες εμφάνισε κατά τη συλλογή αίματος κάποια ανεπιθύμητη αντίδραση (κυρίως ζάλη-ίλιγγο, αδυναμία, λιποθυμία), με τους συντάκτες της έκθεσης να χαρακτηρίζουν τη συχνότητα αυτών των παρενεργειών υψηλή.

Σταθερά την τελευταία επταετία μειώνεται η συχνότητα της ηπατίτιδας B, της ηπατίτιδας C και του ιού του έιτζ μεταξύ των αιμοδοτών (ετήσια μείωση κατά 17%, 15% και 8,5% αντίστοιχα). Παρ’ όλα αυτά, σύμφωνα με τους συντάκτες της έκθεσης, η συχνότητα των λοιμώξεων μεταξύ των αιμοδοτών παραμένει υψηλή, γεγονός που μπορεί να αποδοθεί στο γεγονός ότι η Ελλάδα συνεχίζει να βασίζεται –σε μεγάλο ποσοστό– στο συγγενικό περιβάλλον των ασθενών για να καλύψει τις ανάγκες σε αίμα. Αλλωστε, όπως αναφέρεται στην έκθεση, «το προφίλ του αιμοδότη, που είναι θετικός στις λοιμώξεις που ελέγχονται υποχρεωτικά, είναι άνδρας, συγγενής νοσηλευομένου και δότης πρώτης φοράς». Αξίζει πάντως να σημειωθεί ότι η ασφάλεια του αίματος διασφαλίζεται στην Ελλάδα μετά την εφαρμογή του μοριακού ελέγχου του αίματος. Από το 2007 έως και το 2016, εντοπίστηκαν μόνο με τον μοριακό έλεγχο 688 μονάδες αίματος –71 εξ αυτών το 2016– μολυσμένες από ηπατίτιδα Β, C και HIV, και τις οποίες δεν είχε «πιάσει» ο απλός ορολογικός έλεγχος.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ