ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Οι περισσότεροι επισκέπτες έχουν ευκαιριακή σχέση με τη Μύκονο. Πηγαίνουν για να πάρουν κάτι από αυτήν: ευζωία, λάμψη, κοινωνική καταξίωση. Στα γαλάζια της νερά βλέπουν το δικό τους είδωλο. Αλλά υπάρχει χώρος για ένα αφήγημα του Νησιού των Ανέμων που δεν θα στηρίζεται στον ναρκισσισμό; 

Η φωτογράφος Λίζυ Μανωλά «πρωταγωνιστεί» στο λεύκωμα «Mykonos Muse» με διπλή ιδιότητα: τόσο της φωτογράφου όσο κι ενός ανθρώπου που διατηρεί με το νησί μια στενή σχέση αγάπης διάρκειας 40 ετών. Και η προσέγγιση της έκδοσης που φέρει την υπογραφή του διάσημου εκδοτικού οίκου Assouline διαφέρει: μέσα από τις σελίδες του μαθαίνει κανείς την ιστορία των τελευταίων 70 ετών που εκτόξευσαν το κυκλαδονήσι στα ουράνια, την αρχιτεκτονική, τα ήθη και τα έθιμα, την παράδοση, την ομορφιά της Δήλου. Αλλά πρωτίστως μαθαίνει κάτι άλλο, ίσως πιο σημαντικό. Αντιλαμβάνεται τι ήταν αυτό που έκανε τη Μύκονο μούσα του διεθνούς τουρισμού πολυτελείας. Δεν ήταν οι δαντελένιες ακτές ούτε τα ασβεστωμένα σπίτια. Ήταν, πρώτα απ’ όλα, οι ανοιχτόκαρδοι και ανοιχτόμυαλοι Μυκονιάτες που μοιράστηκαν τον τόπο τους χωρίς συμπλέγματα. 

Εκτός από τις σύγχρονες λήψεις της Λίζυς Μανωλά, ο αναγνώστης θα βρει φωτογραφικά τεκμήρια τόσο σύγχρονων δημιουργών όσο και σπουδαίων φωτογράφων περασμένων εποχών, πολλά εκ των οποίων ανήκουν στο Φωτογραφικό Αρχείο του Μουσείου Μπενάκη. Συνολικά παρουσιάζονται περίπου 200 σύγχρονες και ιστορικές φωτογραφίες. Στα κείμενα των κεφαλαίων του λευκώματος συνεισέφεραν η Rachel Howard και ο Μιχάλης Σκαφίδας.

 


Φωτογραφία του Π. Μπρούσαλη.

 

«Το νησί της καρδιάς μου»

«Πήγα για πρώτη φορά στο τέλος της εφηβείας μου, το 1978. Έκτοτε έχω αναπτύξει μια μοναδική σύνδεση με το μέρος αυτό. Είναι το νησί της καρδιάς μου. Εκεί έφτιαξα το σπίτι μου, εκεί μεγάλωσαν τα παιδιά μου. Έχουμε μια ξύλινη ντουλάπα και στο φύλλο της έχει χαραγματιές από το μπόι που έπαιρναν κάθε χρόνο. Τώρα πια ο γιος μου είναι τόσο ψηλός που έχει ξεπεράσει ακόμα και το έπιπλο!» λέει η Λίζυ Μανωλά, που συνεργάζεται για δεύτερη φορά με τον διεθνούς φήμης οίκο: πριν από μερικά χρόνια είχε εκδώσει το βιβλίο της αφιερωμένο στην ορθόδοξη πίστη στην Αιθιοπία. «Τώρα το βιβλίο αυτό είναι ένας τουριστικός οδηγός, αλλά φτιαγμένος με εντελώς διαφορετική λογική. Ανήκει σε μια σειρά που έχει ο Assouline αφιερωμένη σε προορισμούς, όπως λ.χ. η Ίμπιζα. Υπάρχουν δικές μου φωτογραφίες, αλλά και φωτογραφίες από επώνυμους φωτογράφους, παλαιότερους και σύγχρονους, έτσι ώστε να δει ο αναγνώστης την εξέλιξη του τόπου στο βλέμμα του ανθρώπου που κρατάει τον φακό».

Ανοιχτό πνεύμα

«Η Μύκονος σίγουρα έχει αλλάξει από τότε που την επισκέφτηκα για πρώτη φορά. Άλλωστε δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι, πριν γίνει αυτό που είναι σήμερα, επρόκειτο για ένα μέρος όπου οι άνθρωποι μοχθούσαν για τη ζωή τους. Ήταν αγρότες, ψαράδες, κτηνοτρόφοι. Οι ανεμόμυλοι που όλοι αναγνωρίζουμε ως σήμα κατατεθέν ήταν για τα σιτηρά τους. Ο Γιαλός, με τους χιλιάδες τουρίστες πια, ήταν μια ερημιά με τα δίχτυα από τα τρεχαντήρια. Η Μικρή Βενετία ήταν χτισμένη έτσι ώστε να πλησιάζουν τα πλεούμενα και να πετούν τα εμπορεύματα. Είναι προφανές ότι σήμερα οι κάτοικοι δεν κάνουν αυτές τις δουλειές. Όμως θα σας πω κάτι: παραμένουν εξίσου εργατικοί, αλλά και εξίσου γλεντζέδες όπως στο παρελθόν. Ήταν άνθρωποι πάντοτε φιλόξενοι και αυτό τους άνοιξε τον δρόμο για να κάνουν τη Μύκονο μοναδική. Σκεφτείτε, λ.χ., ότι στην πρώιμη εποχή του τουρισμού έζησαν πολλά καινοφανή πράγματα χωρίς να δείξουν εχθρότητα ή συντηρητισμό. Η ομοφυλοφιλία, ο γυμνισμός ήταν λόγοι για τους οποίους τουρίστες εκδιώχθηκαν από άλλα νησιά, από παπάδες και χωροφύλακες», λέει η φωτογράφος.

 


Φωτογραφία της Λίζυς Μανωλά.

 

Οι 2.000 τουρίστες του 1933

Η Λίζυ Μανωλά συνεχίζει: «Μπορεί να έχει αλλάξει, αλλά δεν έχει χάσει την ψυχή της. Εγώ την καμαρώνω. Και νομίζω ότι όλοι πρέπει να τη βλέπουμε με τρυφερότητα και ανοχή, για να αντιληφθούμε τι κάνει τη Μύκονο
διαφορετική, με βάση τον πυρήνα της. Η εξέλιξή της ξεκίνησε τον Μεσοπόλεμο. Το 1933 έφτασαν 2.000 τουρίστες και 200 άτομα στη Δήλο. Το 1939 πήγαν στη Μύκονο επώνυμοι Αθηναίοι, από την Ελένη Βλάχου έως τον Αντώνη Μπενάκη. Το 1954 ανοίγει το μαγαζί της η θρυλική Μαρουλίνα με τα κοσμήματα και τα μαντίλια της. Από το κατώφλι του πέρασαν η Γκρέτα Γκάρμπο, η Ελίζαμπεθ Τέιλορ, η Μαρία Κάλλας, η Τζάκι Ωνάση, η Τζούλι Κρίστι. Την ίδια εποχή έρχεται ο Κορμπιζιέ, ο Ρολάν Μπαρτ και ο Καμί. Την περίοδο ’60-’70 τα κορίτσια δούλευαν στον αργαλειό και πούλαγαν τα κεντήματα και τα υφαντά. Η χάρη τους έφτασε μέχρι το Παρίσι και τον Κριστιάν Ντιόρ. Η άνοδος της Μυκόνου δεν είναι τυχαία και όποιος ξεφυλλίσει το βιβλίο θα το καταλάβει».

Και θυμάται μαζί μας τις εντυπώσεις της Ελένης Βλάχου. «Το κάτι περισσότερο που έχει η Μύκονος είναι οι Μυκονιάτες. Δεν υποφέρουν από κανένα σύμπλεγμα κατωτερότητας. Σε περιποιούνται με άνεση, σε αφήνουν να ντυθείς ή να γδυθείς όπως θέλεις, χωρίς αυτή η ανοχή να συνδυάζεται με ψυχρότητα ή με αδιαφορία. Αντίθετα, οι κάτοικοι του νησιού, ακόμα και οι πιο φτωχοί, ήξεραν να προσφέρουν απλόχερη φιλοξενία. Εκείνα τα χρόνια ο τόπος ήταν πάμφτωχος, οι άνδρες ταξίδευαν στα ποστάλια και στα εμπορικά, οι γυναίκες ήταν σκυμμένες στον αργαλειό. Μόλις τους περίσσευε λίγος χρόνος, πιάνανε τον ασβέστη και άσπριζαν τα πάντα. Όχι μόνο τα πλακόστρωτα, αλλά και τους ντενεκέδες που χρησίμευαν για γλάστρες. Αυτό το παχύ στρώμα φώτιζε όλο το χωριό και του χάριζε, μαζί με την ομορφιά, το σπάνιο δώρο μιας καθαριότητας άγνωστης για εκείνη την εποχή». Σύμφωνα με τη φωτογράφο, η ξεχωριστή ενέργεια της Μυκόνου έχει να κάνει με τη γειτνίασή της με τη Δήλο, την οποία είχαν επιλέξει οι αρχαίοι ως ένα νησί που προβάλλει για το φως του μέσα στο Αιγαίο και εκπέμπει ακόμα μια ιερότητα. Έτσι, φυσιολογικά, ένα από τα κεφάλαια του βιβλίου είναι αφιερωμένο σε αυτήν και στις σπουδαίες της αρχαιότητες. ■

 
Το γνωστό μάτι-φυλαχτό στο εξώφυλλο του λευκώματος.
Περιοδικό "Κ"

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

ΑΡΧΕΙΟ