ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Το ημερολόγιο έδειχνε 9 Μαΐου του 1978. Στο πορτ-μπαγκάζ ενός αυτοκινήτου, στις όχθες του Τίβερη, ο πρώην πρωθυπουργός της Ιταλίας Αλντο Μόρο εντοπίζεται από τις Αρχές. Το σώμα του, τρυπημένο από σφαίρες. Λιγότερο από δύο μήνες νωρίτερα, στις 16 Μαρτίου, μόλις είχε αποχωρήσει από την οικία του, στα προάστια της Ρώμης, συνοδεία της φρουράς του όταν, ξαφνικά, οι πέντε σωματοφύλακες του Ιταλού πρωθυπουργού κείτονται νεκροί, έπειτα από ανταλλαγή πυροβολισμών με μέλη των Ερυθρών Ταξιαρχιών. Ο Αλντο Μόρο (1916-1978), έπειτα από ένα τέλεια εκτελεσμένο σχέδιο, επιζεί και απάγεται από τους τρομοκράτες.

Ο λόγος της απαγωγής; Την ίδια περίοδο, ο ιδρυτής των Ερυθρών Ταξιαρχιών Ρενάτο Κούρτσιο και άλλα 12 μέλη δικάζονταν στο Τορίνο. Η ιταλική κυβέρνηση αρνήθηκε να διαπραγματευτεί, ο Αλντο Μόρο είχε στείλει δύο επιστολές ζητώντας συμφωνία με τους απαγωγείς, είχαν γίνει κάποιες μυστικές συνομιλίες, αλλά οι Ερυθρές Ταξιαρχίες αρνήθηκαν τις προτάσεις καταδικάζοντας σε θάνατο, κατόπιν... λαϊκής δίκης, τον Ιταλό πρωθυπουργό.

Ο Αλντο Μόρο, ένας από τους εμβληματικούς ηγέτες της μεταπολεμικής Ιταλίας, συγκεφαλαίωνε τη σύνθεση και τον διάλογο μεταξύ των πολιτικών δυνάμεων. Ανήκε στους κεντρώους του κεντροδεξιού Χριστιανοδημοκρατικού Κόμματος. Οταν εξελέγη για πρώτη φορά, το 1963, δεν δίστασε να υπουργοποιήσει μέλη του Σοσιαλιστικού Κόμματος αλλά και ανεξάρτητους βουλευτές. Εξάλλου, ήταν εκείνος που διέσωσε την Ιταλία από κυβερνητική κρίση στις 11 Μαρτίου του 1978, συνασπιζόμενος το Κομμουνιστικό Κόμμα της Ιταλίας του θρυλικού Ενρίκο Μπερλινγκουέρ (1922-1984). Πέντε ημέρες αργότερα, απήχθη από τις Ερυθρές Ταξιαρχίες, οι οποίες είχαν αλληλοαφοριστεί με το ΚΚΙ.

Η σύζυγός του, Ελεονόρα Κιαβαρέλι, έλαβε στις 7 Μαΐου την τελευταία του επιστολή: «Μου έχουν πει ότι όπου να ’ναι θα με σκοτώσουν. Σε φιλώ για τελευταία φορά». Δύο ημέρες αργότερα, ο Αλντο Μόρο βρέθηκε νεκρός στο πορτ-μπαγκάζ ενός αυτοκινήτου μάρκας Renault 4. Τον είχαν αφήσει στη Via Michelangelo Caetani, μεταξύ των γραφείων του Χριστιανοδημοκρατικού και του Κομμουνιστικού Κόμματος...

Εκείνοι που σώθηκαν

Ευτυχώς, όμως, ανάμεσα στα θύματα απαγωγής από τρομοκρατικές οργανώσεις υπάρχουν κι εκείνοι που εντέλει διεσώθησαν. Ο Πάουλ Βάντεν Μπούιναντς (1919-2001), βραχύβιος πρωθυπουργός του Βελγίου, απήχθη από εγκληματική οργάνωση στις 14 Ιανουαρίου του 1989, για λύτρα, και εντέλει αφέθηκε ελεύθερος. Από την άλλη, ο υποψήφιος δήμαρχος του Δυτικού Βερολίνου και εξέχον μέλος του CDU Πέτερ Λόρεντς (1922-1987) έπεσε θύμα απαγωγής του Κινήματος της 2ας Ιουνίου, στις 27 Φεβρουαρίου του 1975, που απαιτούσε την απελευθέρωση καταδικασμένων για συμμετοχή στη Φράξια Κόκκινος Στρατός (RAF). Απελευθερώθηκε στις 4 Μαρτίου, ενώ είχαν αποφυλακιστεί τρία μέλη της RAF, πλην του Χορστ Μάλερ, ιδρυτικού μέλους της οργάνωσης, που αρνήθηκε να ανταλλαγεί. Στην Ιταλία, ο κεντροδεξιός ηγέτης της Καμπανίας Τσίρο Τσιρίλο (1921-2017), στις 27 Απριλίου του 1981, απήχθη από τις Ερυθρές Ταξιαρχίες, ενώ αφέθηκε ελεύθερος λίγες ημέρες αργότερα, με την παρέμβαση της... Καμόρα. Στις πιο πρόσφατες σκανδαλώδεις απαγωγές εντάσσεται εκείνη της Κολομβιανής πολιτικού Ινγκριντ Μπετανκούρ (γενν. 1961), η οποία απήχθη το 2002 από τις Επαναστατικές Ενοπλες Δυνάμεις της Κολομβίας (FARC) και αφέθηκε ελεύθερη το 2008, έξι(!) χρόνια μετά.

Με αφορμή τη τεσσαρακοστή επέτειο από τον θάνατο του Αλντο Μόρο, η «Κ» επιστρέφει στα θύματα απαγωγής και δολοφονίας από τρομοκρατικές οργανώσεις στην Ευρώπη – είτε στην αριστερή είτε στην εθνικιστική εκδοχή τους: τον Ισπανό ναύαρχο Μπλάνκο και τον –απλώς– συνεπώνυμό του Βάσκο πολιτικό Μιγκέλ Μπλάνκο που δολοφονήθηκαν από την ETA, τον πανίσχυρο Γερμανό βιομήχανο Χανς Μάρτιν Σλάιερ, θύμα της Φράξιας Κόκκινος Στρατός, και τον λόρδο Μάουντμπατεν, ο οποίος σκοτώθηκε όταν εξερράγη βόμβα του IRA.

Ναύαρχος Μπλάνκο / ΕΤΑ, 1973
Οι δύο Μπλάνκο που εκτέλεσε η ΕΤΑ

Στις 20 Δεκεμβρίου του 1973, έξι μήνες μετά την αναγόρευσή του σε πρωθυπουργό του καθεστώτος Φράνκο, ο ναύαρχος Καρέρο Μπλάνκο δολοφονείται, στη Μαδρίτη, από την αυτονομιστική βασκική οργάνωση ETA. Οι τρομοκράτες τού επιτέθηκαν ενώ εκείνος επέβαινε σε μία Dodge 3700, επιστρέφοντας από τον ιερό ναό San Francisco de Borja. Για την επίθεση, οι Βάσκοι αυτονομιστές είχαν δηλώσει: «Ο Καρέρο Μπλάνκο, περισσότερο από οποιονδήποτε άλλο, ενσάρκωνε τον “καθαρό φρανκισμό” και, αν και δεν συνδεόταν άμεσα με τις κινήσεις του Φράνκο για την κατάληψη της εξουσίας, κρυφά προωθούσε το Opus Dei στην εξουσία. Κατέστη βασικό στέλεχος του καθεστώτος και θεμελιώδες κομμάτι του παιχνιδιού της ολιγαρχίας. Από την άλλη, κατέστη αναντικατάστατος εξαιτίας της εμπειρίας και της ικανότητάς του να ελίσσεται και να διατηρεί, όσο κανείς άλλος, τις εσωτερικές ισορροπίες του καθεστώτος». Στις 12 Φεβρουαρίου του 1974, στην πρώτη του ομιλία, ο διάδοχος του Μπλάνκο, Κάρλος Αρίας Ναβάρο, υποσχέθηκε φιλελεύθερες μεταρρυθμίσεις, συμπεριλαμβανομένης της ίδρυσης πολιτικών σχηματισμών. Η μεταπολίτευση είχε ήδη ξεκινήσει...

Στις 10 Ιουλίου του 1997, ο Βάσκος πολιτικός, μέλος του Λαϊκού Κόμματος, Μιγκέλ Ανχελ Μπλάνκο Γκαρίδο (1968-1997), απήχθη και εκτελέστηκε από την ETA. Γόνος λαϊκής οικογένειας, ο μόλις 29χρονος πολιτικός ξεσήκωσε θύελλα αντιδράσεων με την απαγωγή και την ακόλουθη δολοφονία του. Η ETA αξίωνε τη μεταφορά των φυλακισμένων Βάσκων σε φυλακές του κρατιδίου εντός 48 ωρών. Εκατοντάδες χιλιάδες Ισπανοί ξεχύθηκαν στους δρόμους απαιτώντας την απελευθέρωση του Μπλάνκο, ενώ για πρώτη φορά υποστηρικτές της ETA έλαβαν σαφείς και αυστηρές αποφάσεις, καταδικάζοντας την ενέργεια. Στις 12 Ιουλίου, στις 16.00, έληξε η προθεσμία που είχαν δώσει οι τρομοκράτες της αυτονομιστικής οργάνωσης και, πενήντα λεπτά αργότερα, ο Μπλάνκο πυροβολήθηκε στο κεφάλι. Λίγες ώρες μετά, βρέθηκε έξω από τη βασκική πρωτεύουσα Σαν Σεμπαστιάν, με τα χέρια δεμένα. Εξέπνευσε τα ξημερώματα της 13ης Ιουλίου του 1997 σε νοσοκομείο της περιοχής.

Χανς Μάρτιν Σλάιερ / RAF, 1977
Η κινηματογραφική απαγωγή ενός βιομηχάνου

Την 5η Σεπτεμβρίου του 1977, την ημέρα που θα γραφόταν στην Ιστορία ως η έναρξη του συνταρακτικού «γερμανικού φθινοπώρου», ο πρόεδρος του Συνδέσμου Γερμανών Βιομηχάνων, Χανς Μάρτιν Σλάιερ, βρισκόταν στο πίσω κάθισμα του αυτοκινήτου του και κατευθυνόταν προς την οικία του στην Κολωνία. Ξαφνικά, στον δρόμο εμφανίστηκε ένα ασυνόδευτο καροτσάκι μωρού, αναγκάζοντας τον οδηγό του Σλάιερ και την αστυνομική συνοδεία που τον ακολουθούσε να φρενάρουν απότομα και να συγκρουστούν.

Τα γεγονότα που ακολούθησαν είναι σχεδόν κινηματογραφικά – τέσσερα μασκοφόρα μέλη της Φράξιας Κόκκινος Στρατός (RAF) πήδηξαν από τους θάμνους και άνοιξαν πυρ με πυροβόλα, σκοτώνοντας τον οδηγό και μέλη της φρουράς. Στη συνέχεια, άρπαξαν τον Σλάιερ από τους ώμους και τον οδήγησαν στο βυτιοφόρο τους, σηματοδοτώντας την έναρξη της απαγωγής-πονοκεφάλου για τη γερμανική κυβέρνηση.

Η RAF θεωρούσε τον Σλάιερ σύμβολο της συνέχειας του ναζισμού, καθώς ο ίδιος υπήρξε μέλος των SS και είχε διατελέσει πρόεδρος μεγάλων βιομηχανικών ενώσεων. Ως αντάλλαγμα για την απελευθέρωσή του, η οργάνωση απαιτούσε την απελευθέρωση 11 τρομοκρατών της RAF. Στον ενάμιση μήνα που διήρκεσε η απαγωγή του, η κυβέρνηση και η αντιπολίτευση απαντούσαν με ένα ενιαίο, ηχηρό μήνυμα: «Το κράτος δεν υποκύπτει σε εκβιασμούς τρομοκρατών».

Στις 18 Οκτωβρίου, μόλις μία ημέρα μετά την απελευθέρωση των ομήρων επιβατών του αεροσκάφους «Landshut» της Lufthansa, το οποίο είχαν καταλάβει Παλαιστίνιοι τρομοκράτες, ο Χανς Μάρτιν Σλάιερ βρίσκεται δολοφονημένος στο πορτμπαγκάζ ενός πράσινου Audi στην Αλσατία. Λίγες ημέρες αργότερα, ο καγκελάριος Χέλμουτ Σμιτ γονατίζει ντροπιασμένος ενώπιον της γυναίκας του θύματος, Βάλτρουντ Σλάιερ, και της σοκαρισμένης γερμανικής κοινωνίας. Ο καγκελάριος δεν ξέχασε ποτέ το «γερμανικό φθινόπωρο». Οταν το 2013 παρέλαβε το βραβείο «Χανς Μάρτιν Σλάιερ» από το ομώνυμο ίδρυμα, σε μία συμβολική πράξη συμφιλίωσης με την οικογένεια του θύματος, δήλωσε λακωνικά: «Θεωρητικά, θα μπορούσαμε να είχαμε δεχτεί την προσφορά της RAF».

Λόρδος Μάουντμπατεν / IRA, 1979
Ο ήρωας του πολέμου που δολοφόνησε ο IRA

Το ημερολόγιο έχει καταγράψει τέσσερις «ματωμένες Κυριακές» (Δουβλίνο 1913 και 1920, Μπέλφαστ 1921 και Ντέρι 1972), όταν Αγγλοι στρατιώτες και αστυνομικοί οδήγησαν στον θάνατο δεκάδες Ιρλανδούς και Βορειοϊρλανδούς, υποστηρικτές ή μέλη του Ιρλανδικού Δημοκρατικού Στρατού (IRA) και άμαχο πληθυσμό. Μάλιστα, το 2010, ο Βρετανός πρωθυπουργός Ντέιβιντ Κάμερον είχε ζητήσει δημοσίως συγγνώμη για τα γεγονότα του 1972, για τα οποία οι U2 είχαν κυκλοφορήσει το πασίγνωστο «Bloody Sunday» το 1983. Στα μαύρα κατάστιχα της Ιστορίας έχει ήδη εγγραφεί η 21η Νοεμβρίου του 1974, όταν βόμβες του IRA σε δύο παμπ του Μπέρμιγχαμ σκότωσαν και τραυμάτισαν δεκάδες ανθρώπους. Το 1972, λίγες ώρες προτού ξεσπάσει η «Bloody Sunday», δεκατέσσερις Βρετανοί πράκτορες βρέθηκαν νεκροί.

Μία από τις πιο σοκαριστικές δολοφονίες από την πλευρά της ιρλανδικής τρομοκρατικής οργάνωσης έλαβε χώρα το 1979. Το ήρεμο πρωινό της 27ης Αυγούστου, ο λόρδος Λούις Μάουντμπατεν –θείος του πρίγκιπα Φιλίππου, συζύγου της βασίλισσας Ελισάβετ, και αγαπητός ήρωας του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου– σάλπαρε από τις ιρλανδικές ακτές με το μικρό αλιευτικό του σκάφος. Συνοδεία στο ψάρεμα είχε τα 14χρονα δίδυμα εγγόνια του κι έναν 15χρονο φίλο τους από την περιοχή. Λίγα λεπτά αφότου είχαν σαλπάρει, το ψάρεμα διεκόπη απότομα από τον εκκωφαντικό ήχο μιας βόμβας, τοποθετημένης το προηγούμενο βράδυ από τον IRA, και το σκάφος έγινε κομμάτια, σκοτώνοντας τον λόρδο Μάουντμπατεν, ένα από τα εγγόνια του αλλά και τον φίλο των διδύμων. Η δολοφονία του Μάουντμπατεν σόκαρε τη διεθνή κοινότητα – μάλιστα, σε πρωτοσέλιδό τους, οι New York Times αναφέρθηκαν στο επεισόδιο ως την «πιο τολμηρή και δραματική πράξη της τρομοκρατικής εκστρατείας του IRA». Πιο σοκαρισμένος όλων, ωστόσο, υπήρξε ο πρίγκιπας Κάρολος, ο οποίος ένιωθε τον λόρδο ως παππού του. Πρόσφατα, η βασιλική οικογένεια απέτισε άλλον ένα φόρο τιμής στο γαλαζοαίματο θύμα του IRA, καθώς ο νεογέννητος εγγονός του Καρόλου και γιος του πρίγκιπα Γουίλιαμ πήρε το όνομα του από τον λόρδο Μάουντμπατεν. «Ενα συγκινητικό νεύμα», έγραψε ο βρετανικός Τύπος.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ