ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ

Αμάντα Μιχαλοπούλου: Το μυθιστόρημα σήμερα απαιτεί τη συμμετοχή του αναγνώστη

ΗΛΙΑΣ ΜΑΓΚΛΙΝΗΣ

«Δεν μ’ ενδιαφέρει η αυτοβιογραφία, είναι ναρκισσιστική και χορτάτη από τον εαυτό της, δεν απλώνει το χέρι στον άλλο, δεν συνδιαλέγεται. Προτιμώ το παιχνίδι των αντανακλάσεων, το ελισαβετιανό δράμα, τους εαυτούς που στοιβάζονται μέσα μας, ο ένας πάνω στον άλλο», λέει η Αμάντα Μιχαλοπούλου.

Τον Ιούνιο του 1997, στην ταράτσα πάνω από την –τότε– Στοά του Βιβλίου, η 30χρονη Αμάντα Μιχαλοπούλου παραλάμβανε από τον πρόωρα χαμένο Ηρακλή Παπαλέξη το Βραβείο Μυθιστορήματος του περιοδικού «Διαβάζω» για το «Γιάντες» της. Τη θυμάμαι διότι εργαζόμουν στο περιοδικό – και δεν γνωριζόμασταν ακόμα τότε. Ελαμπε εκείνο το γιορτινό απόγευμα που η Ορχήστρα των Χρωμάτων ερμήνευε τραγούδια των Beatles και όταν άναψαν οι προβολείς δεχθήκαμε κινηματογραφική επίθεση από... μυριάδες μυγάκια. Οι μουσικοί συνέχισαν να παίζουν.

Πέρασαν 21 χρόνια από τότε. Η Αμάντα έγραψε πολλά ακόμα μυθιστορήματα, μεταφράστηκε στο εξωτερικό, ταξίδεψε, έζησε στο Βερολίνο, έγινε μητέρα, απόκτησε σταθερούς μαθητές σε σεμινάρια δημιουργικής γραφής, πενηντάρισε. Με το που «έπιασε» τα πενήντα, σα να έγινε ένα κλικ μέσα της: έγραψε ένα ακόμα βιβλίο στο οποίο έδωσε τον τίτλο «Μπαρόκ» (κυκλοφορεί, όπως όλα της τα βιβλία, από τις εκδόσεις Καστανιώτη).

Μυθιστόρημα που κλέβει την αληθινή ζωή και συνάμα αυτοβιογραφία που αυτοϋπονομεύεται διαρκώς, το «Μπαρόκ» αποτελείται από 50 ομόκεντρα διηγήματα (ένα βιβλίο 345 σελίδων σε μικρή φόρμα) μέσα από τα οποία η συγγραφέας προσεγγίζει τη ζωή (της) ως «πρωθύστερη επινόηση»: ξεκινά από τον αριθμό 50 για να φτάσει στο 0 (μηδέν) και είναι διανθισμένο με φωτογραφίες. Η ζωή σε rewind, το βίωμα ως μυθοπλασία, ο μύθος ως ανάμνηση. Οπότε, σκέφθηκα να τη ρωτήσω μερικά πράγματα γύρω από αυτό. Ιδού τι μου απάντησε.

– Πόσο σε παίδεψε το «Μπαρόκ», συγκριτικά με τα προηγούμενα βιβλία σου; Και δεν εννοώ τεχνικά μόνον...

– Μου πήρε τέσσερα χρόνια σημειώσεων και εννιά μήνες συγγραφής. Το να χρησιμοποιείς τον εαυτό σου ως πειραματόζωο, ως αφηγηματική μηχανή, είναι εξουθενωτικό. Μια μέρα, ήταν καλοκαίρι θυμάμαι, φορούσα ένα καπέλο τενίστα, αυτά με το μπορ και την τρύπα στη μέση και άγγιξα αφηρημένη το κεφάλι μου: έπιασα κάτι ξερό και γλιστερό κι αναπήδησα από την έκπληξη, νόμιζα πως ήταν φύκια ή λέπια, αλλά ήταν τα μαλλιά μου. Σκέφθηκα: αν γίνεται αυτό στη γραφή, να με εκπλήξει ο εαυτός μου σαν να είναι κάτι ξένο, τότε ίσως τα καταφέρω. Κι άρχισα να γράφω.

– Αυτή η αντεστραμμένη αφηγηματική γραμμή, από το 50 έως το 0, μοιάζει με αντίστροφη μέτρηση, πράγμα που πυροδοτεί ένα είδος σασπένς σε μια ιστορία όμως που, κατά βάση, ξέρουμε πώς τελειώνει: εκεί όπου αρχίζει. Πώς βρήκες αυτή την ιδέα να ακολουθήσεις αυτή την αφήγηση και γιατί;

– Οι ήρωες που αγάπησα, που με έκαναν συγγραφέα, είναι οι ήρωες του Bildungsroman, του μυθιστορήματος ενηλικίωσης. Ο Φάμπιαν του Κέστνερ, η Ορλάντο της Βιρτζίνια Γουλφ, ο Στίβεν Δαίδαλος του Τζόις. Σκέφθηκα να επιστρέψω στον μοντερνισμό μέσω ενός μεταμοντέρνου τεχνάσματος, του πρωθύστερου. Μπούχτισα ενηλικίωση κι ωριμότητα, ήθελα ένα είδος ανηλικίωσης, αν υπάρχει τέτοιο πράγμα. Μια αφηγήτρια που να μικραίνει αντί να μεγαλώνει, να μπουσουλάει, να χάνει τη μιλιά της και τελικά να επιστρέφει στην κοιλιά της μάνας της. Αλλά δεν είναι μόνο αφηγηματικό τέχνασμα η αντιστροφή της ιστορίας, είναι κι ένας τρόπος να αντιληφθούμε την εξέλιξή μας, το γιατί γίναμε αυτοί που είμαστε. Οπως λέει η Σβετλάνα Αλεξίεβιτς, αν δεν υπήρχε το ’37, δεν θα υπήρχε το ’41. Αναφέρεται στον Στάλιν βέβαια, αλλά το επιχείρημά της ισχύει για κάθε ανθρώπινη ζωή.

– Αυτή η αντίστροφη πορεία ζωής υποδηλώνει άραγε και ένα κρυφτούλι εσωτερικό με τον θάνατο; Ενα παιχνίδι με τον φόβο της φθοράς και της ανυπαρξίας;

– Ωραία το λες, παιχνίδι. Το κρυφτό είναι εξάλλου το αγαπημένο παιδικό παιχνίδι της αφηγήτριας. Παίζοντας, βαδίζει ακάθεκτη προς τη γέννησή της. Η Ατροπος με τα τρομερά ψαλίδια της δεν κόβει το νήμα της ζωής όπως μας λέει ο μύθος, κόβει στην τελευταία σελίδα του βιβλίου τον ομφάλιο λώρο. Η ηρωίδα γεννιέται – και ταυτόχρονα ολοκληρώνεται το βιβλίο. Διπλή γέννα...

– Κάποιοι ίσως πουν ότι πρόκειται για αυτοβιογραφία, όχι για μυθιστόρημα. Ωστόσο, το βιβλίο χαρακτηρίζεται ως μυθιστόρημα στο εξώφυλλο. Υπακούει το «Μπαρόκ» σε κάποια ξένη ή διεθνή σχολή λογοτεχνική, ρεύμα ή τάση αυτή η ιδιότυπη μείξη βιώματος και μυθοπλασίας;

– Κάθε βίωμα είναι παραγεμισμένο με μυθοπλασία και κάθε μυθοπλασία περιέχει ακατέργαστο βίωμα, αυτή είναι μια παλιά ιστορία. Σήμερα, όπως ακριβώς στον αιώνα του Μπαρόκ, ενσκήπτουμε με πάθος σε ζητήματα ταυτότητας, βαδίζουμε στο υπαρξιακό μονοπάτι που χάραξε ο Aμλετ. Δεν μ’ ενδιαφέρει η αυτοβιογραφία, είναι ναρκισσιστική και χορτάτη από τον εαυτό της, αυτοτροφοδοτείται, δεν απλώνει το χέρι στον άλλο, δεν συνδιαλέγεται. Προτιμώ το παιχνίδι των αντανακλάσεων, το ελισαβετιανό δράμα, τους εαυτούς που στοιβάζονται μέσα μας, ο ένας πάνω στον άλλο. Είναι πάμπολλοι οι εαυτοί μας και αγωνίζονται με δόλο ποιος θα επικρατήσει, ποιος θα αφηγηθεί την ιστορία του προδομένου Εγώ, του ερωτευμένου Εγώ και πάει λέγοντας. Κι αυτό δεν είναι κάτι που επινόησε η Ρέιτσελ Κασκ ή ο Κνάουσγκαρντ. Είναι μια λογοτεχνική σχολή παλιά, πολύ παλιά, φτάνει ώς τα «Eργα και ημέρες» του Ησιόδου, ο οποίος γράφει ουσιαστικά ένα μεγάλο και πολύ προσωπικό γράμμα στον αδελφό του για τις διαφορές που τους χωρίζουν.

– «Θεέ μου, ξερίζωσέ με από τον εαυτό μου / Και επίτρεψέ μου να είμαι εγώ / Χωρίς να είμαι εγώ», διαβάζουμε κάπου στο μέσον του βιβλίου. Είναι αυτή μια κεντρική οπτική στο πώς στήθηκε το «Μπαρόκ»;

– Είναι ο πυρήνας του βιβλίου, πράγματι. Eνα ποίημα το οποίο υποτίθεται ότι γράφει η ηρωίδα όταν είναι 19 χρόνων. Στην πραγματικότητα το έγραψα πέρυσι και το στερέωσα στη λάμπα του γραφείου για να το βλέπω όταν γράφω. Λειτούργησε σαν ιδιόμορφη προσευχή. Μου θύμιζε ότι χρειάζεται απόσταση, «αδιάφορη συμπάθεια» όπως έλεγε ο Τζόις, για να πλησιάσουμε και να περιγράψουμε έναν χαρακτήρα που ξεγλιστράει.

Hθελα να αναμείξω το υλικό της ζωής μου με τη μυθοπλασία

– Το «Μπαρόκ», προτείνει, τρόπον τινά, μιαν άλλη θέαση στην έννοια «μυθιστόρημα»;

– Το σημερινό μυθιστόρημα είναι πιο ελαστικό από ποτέ ως προς τον ορισμό του και το περιεχόμενό του – και ευτυχώς. Ακολουθεί τη ζωή που ζούμε, είναι μια συστηματική κατασκευή, ένας λαβύρινθος, τουλάχιστον το «Μπαρόκ» αυτό επιδιώκει να είναι. Επίσης ζητάει, για να μην πω απαιτεί, τη συμμετοχή του αναγνώστη. Η στιγμή που ο αναγνώστης, η αναγνώστρια, σηκώνουν το κεφάλι από το βιβλίο και σκέφτονται, ονειροπολούν, γίνονται και οι ίδιοι πρωταγωνιστές του μυθιστορήματος της ζωής τους είναι για μένα καθοριστική. Η στιγμή της συνάντησης.

– Στο βιβλίο αναφέρονται πραγματικά πρόσωπα και, προφανώς, γεγονότα. Πόσο αναγκάστηκες να αυτολογοκριθείς, πόσο το φοβήθηκες αυτό το υλικό που είναι και το υλικό της ζωής σου;

– Στην αρχή πολύ, κοκάλωσα. Ταυτόχρονα είπα στον εαυτό μου, αν όχι τώρα, πότε; Κι ήταν αυτό, η απειλή του χρόνου, που με κινητοποίησε. Hθελα να αναμείξω το υλικό της ζωής μου με τη μυθοπλασία και για να το κάνω αυτό έπρεπε να επινοήσω, να καταστρέψω τις αυτονόητες συνδέσεις και να συνδέσω εκ νέου. Ωστε η ζωή μου να μην είναι πια η ζωή μου. Να είναι αρκούντως ξένη για να παρασυρθώ, να εγκαταλειφθώ, να μη χρειαστεί αυτολογοκρισία. Και να αποκαλυφθεί έτσι όχι το γεγονός, αλλά η ψυχή του γεγονότος, για να μνημονεύσω και πάλι την Αλεξίεβιτς.

– Θα έλεγες ότι αυτό είναι «το βιβλίο της ζωής σου» σε περισσότερες από μία (και την προφανή) έννοια; Πώς και πού στέκεται το «Μπαρόκ» σε σχέση με τα προηγούμενα βιβλία σου;

– Το «Μπαρόκ» περιλαμβάνει όλα τα προηγούμενα βιβλία μου, επειδή αναφέρεται σε αυτά, είναι η μητέρα τους. Είναι, όμως, και το παιδί τους: το μυθιστόρημα ολοκληρώνεται όταν η κεντρική ηρωίδα γεννιέται στην τελευταία σελίδα του βιβλίου, έτοιμη να ζήσει όλα όσα διαβάσαμε.

– «Η λογοτεχνία είναι το αντίθετο του κεφιού», διαβάζουμε κάπου αλλού. Ωστόσο, το κέφι από το «Μπαρόκ» δεν λείπει, μια ελαφρότητα που έρχεται να αντισταθμίσει, ενδεχομένως, απώλειες, απουσίες και σκοτεινές πτυχές κάθε βίου. Ή μιλώντας για «κέφι» στο παραπάνω απόσπασμα, μιλάς μόνο για τη διαδικασία της γραφής και μόνον;

– Ναι, στη διαδικασία αναφέρομαι. Σε αυτό που πίστευε ο Καχτίτσης, ότι η λογοτεχνία πρέπει να γράφεται δύσκολα και να διαβάζεται εύκολα. Είναι η στιγμή στο μυθιστόρημα που η μητέρα της αφηγήτριας λέει, «βρες μια δουλειά και μετά κάνεις το κέφι σου». Η ευρέως διαδεδομένη αντίληψη ότι η τέχνη είναι χόμπι, κάτι σαν τη συλλογή γραμματοσήμων. Οι μαθητές μου στο μάθημα δημιουργικής γραφής, αυτοί που ξεκινούν χωρίς να ξέρουν τι τους περιμένει, τα χάνουν. Δεν φανταζόμουν ότι το γράψιμο είναι τόσο σκληρή δουλειά, λένε.

– Μια τελευταία ερώτηση για τον τίτλο: «Μπαρόκ». Είναι μπαρόκ η ζωή της ηρωίδας/συγγραφέως ή/και είναι μπαρόκ η ζωή τού καθενός μας εν τέλει; Και σε τι συνίσταται εδώ η έννοια του μπαρόκ;

– Η επιθυμία μου ήταν να παίξω με το μπαρόκ όσο περισσότερο γίνεται: από τις πτυχώσεις του σεντονιού και την κλίση του γόνατου στο εξώφυλλο ώς τις μορφολογικές υπερβολές στον τρόπο που γράφονται τα κεφάλαια. Αναμειγνύω αφηγήσεις σε πρώτο, δεύτερο και τρίτο πρόσωπο, επιστολογραφία, ημερολόγιο, θεατρικό διάλογο, ποίημα, δοκίμιο, βιογραφία, λίγο απ’ όλα. Αυτό που είναι συναρπαστικό στο «Μπαρόκ» είναι ότι εγκαταλείπεται η αναγεννησιακή λατρεία της αναλογίας για χάρη της εκφραστικής ελευθερίας. Ο θεατής καλείται να σταθεί στις λεπτομέρειες, να αντιληφθεί τον τρισδιάστατο χώρο σε μια σκάλα, ας πούμε, ή στο σιντριβάνι μιας ρωμαϊκής πλατείας. Κι από αυτή την άποψη, ναι, η ζωή μας είναι σαν ένα μπαρόκ άγαλμα: έχει ροή και κινητικότητα και έξαρση συναισθημάτων.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ