Νίκος Κωνσταντάρας ΝΙΚΟΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΑΡΑΣ

Γλώσσα και πολιτική ανοησία

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: ΣΧΟΛΙΟ

Σε διάσημο δοκίμιο του 1946, «Η πολιτική και η αγγλική γλώσσα», ο Τζορτζ Οργουελ εξέθεσε το πολύ απλό και πειστικό επιχείρημα ότι η χρήση απλής γλώσσας –απαλλαγμένης από κοινοτοπίες, ξένες λέξεις και ανακρίβειες– θα βελτίωνε το επίπεδο της πολιτικής σκέψης. Εκτοτε, όποιος γράφει για τη σχέση γλώσσας - πολιτικής αισθάνεται την ανάγκη να τοποθετηθεί πάνω σε αυτό το ζήτημα, είτε συμφωνεί είτε διαφωνεί με τον Αγγλο συγγραφέα, δημοσιογράφο και στρατιώτη. Στην Ελλάδα σήμερα, όμως, αποδεικνύεται ότι η απλοποίηση της γλώσσας μπορεί να φθάσει σε τέτοιο υπερβολικό βαθμό ώστε να ακυρώνεται η θεωρία αυτή, καθώς και η ίδια η έννοια της πολιτικής σκέψης και συζήτησης.

Από την οργιαστική χυδαιότητα ανώνυμων «στρατευμένων» στο Twitter έως τις ανακοινώσεις του γραφείου του πρωθυπουργού (αλλά και σε πολλές «ομιλίες» βουλευτών), βλέπουμε ότι η χρήση της γλώσσας έχει πέσει σε τέτοια βάθη ευτέλειας και ακραίας επιθετικότητας, που πρέπει να συμπεράνουμε ότι όσοι την κακομεταχειρίζονται σε αυτό τον βαθμό είτε δεν επιθυμούν να επικοινωνήσουν με τους αντιπάλους τους και με το κοινό είτε δεν γνωρίζουν άλλον τρόπο ομιλίας. Και οι δύο εκδοχές είναι πιθανές. Σε σχέση με το γραφείο Τύπου του πρωθυπουργικού γραφείου, όμως, ίσως υπερισχύει η δεύτερη. Εάν δεχθούμε ότι οι συχνές, εφηβικού επιπέδου επιθέσεις σε πολιτικούς αντιπάλους είναι αποτέλεσμα τακτικής –μια προσπάθεια συσπείρωσης των οπαδών της συμπολίτευσης–, δεν μπορούμε να πούμε το ίδιο για το επίπεδο της αντιπαράθεσης με την Τουρκία. Ενώ ο πρωθυπουργός φαίνεται να προσπαθεί να διατηρήσει την ψυχραιμία του, το Μέγαρο Μαξίμου δείχνει το αντίθετο. (Εκτός, βεβαίως, εάν εξαπλώνεται μεγαλόπνοο σχέδιο, σύμφωνα με το οποίο η κυβέρνηση παριστάνει τον νταή ώστε να μην αφήνει ελεύθερο το πεδίο σε οποιονδήποτε άλλο).

Ο εκτσογλανισμός (ή «Αυριανισμός») στην πολιτική υπογραμμίζει τη διάθεση σύγκρουσης, την απόρριψη κάθε πιθανότητας συνεννόησης και συνεργασίας με τους αντιπάλους. Μαρτυράει είτε υπερβολική αυτοπεποίθηση για τη νίκη είτε ηττοπάθεια που εκφράζεται με τη διάθεση του ομιλούντος (ή μάλλον «δράστη») να παρασύρει τους πάντες στη σύγκρουση, με την ελπίδα ότι στην ταραχή δεν θα υπάρχουν νικητές και ηττημένοι. Το αποτέλεσμα, διχόνοια και τέλμα. Ο Οργουελ σημείωσε ότι, χρησιμοποιώντας την απλή γλώσσα, «όταν πεις κάτι ανόητο, η ανοησία θα είναι φανερή σε όλους, ακόμη και σε εσένα». Εάν αποδεχθούμε και τη θεωρία του Νόαμ Τσόμσκι ότι η γλώσσα δεν είναι τόσο εργαλείο επικοινωνίας όσο τρόπος σκέψης, τότε ίσως οφείλουμε να ανησυχούμε ακόμη περισσότερο – όταν βλέπουμε ανθρώπους σε θέσεις ευθύνης να καμαρώνουν με την ανοησία τους.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ