ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Συνεχίζονται οι επαφές Κίνας ΗΠΑ, οι διαφορές παραμένουν

Ο υπουργός Οικονομικών των ΗΠΑ Στίβεν Μνούτσιν μετέβη στο Πεκίνο το πρωί της Πέμπτης μαζί με τον υπουργό Εμπορίου Γουίλμπουρ Ρος, όπου δήλωσε πριν από την έναρξη των συνομιλιών ότι το κλίμα μεταξύ των δύο πλευρών είναι θετικό. Χειροπιαστά αποτελέσματα, όμως, δεν υπήρξαν. Οι εκκρεμότητες παραμένουν...

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Καμία επίσημη δήλωση στον Τύπο δεν έκαναν οι εκπρόσωποι της αμερικανικής και κινεζικής κυβέρνησης μετά τις διήμερες διαβουλεύσεις που ολοκληρώθηκαν στο Πεκίνο χθες το απόγευμα, με στόχο την επίλυση των μεταξύ τους εμπορικών διαφορών. Είναι στενά, ως εκ τούτου, τα περιθώρια για έναν άμεσο συμβιβασμό μεταξύ των ισχυρότερων οικονομιών του κόσμου, παρότι το κρατικό κινεζικό πρακτορείο ειδήσεων ανακοίνωσε ότι και οι δύο πλευρές είναι πρόθυμες να συνεχίσουν να διαπραγματεύονται.

Η Ουάσιγκτον ζητεί από το Πεκίνο να μειώσει το εμπορικό του πλεόνασμα με τις ΗΠΑ κατά 200 δισ. δολάρια, αντί 100 δισ. που ζητούσε πριν από λίγους μήνες. Οι οικονομικοί αναλυτές δεν είναι αισιόδοξοι για αποκλιμάκωση της διένεξης μεταξύ ΗΠΑ και Κίνας για το εμπόριο. Επίσης, επισημαίνουν ότι η αμερικανική κυβέρνηση δεν ακολουθεί την ίδια γραμμή στις διαπραγματεύσεις. Τουλάχιστον, όμως, φαίνεται ότι απομακρύνεται, προς το παρόν, το ξέσπασμα ενός εμπορικού πολέμου με ανυπολόγιστες συνέπειες για όλον τον κόσμο.

Ανεπισήμως, ένας Κινέζος αξιωματούχος μίλησε στο πρακτορείο Bloomberg για «παράλογες απαιτήσεις» των Αμερικανών. Αποστάσεις κράτησε και ο υπουργός Οικονομικών των ΗΠΑ, Στίβεν Μνούτσιν, δηλώνοντας, πριν από την ολοκλήρωση της διπλωματικής αποστολής του στην Κίνα, ότι το κλίμα μεταξύ των δύο πλευρών είναι πολύ καλό. Ο κ. Μνούτσιν μετέβη στην Κίνα το πρωί της Πέμπτης μαζί με τον υπουργό Εμπορίου Γουίλμπουρ Ρος και τον εμπορικό αντιπρόσωπο των ΗΠΑ Ρόμπερτ Λάιτθαϊζερ.

Σύμφωνα με έγγραφο που είχε σταλεί πριν από την άφιξη των υπουργών Οικονομικών και Εμπορίου των ΗΠΑ στο Πεκίνο, η Ουάσιγκτον ζητεί η Κίνα να μειώσει το εμπορικό έλλειμμα με τις ΗΠΑ κατά 200 δισ. δολάρια έως το 2020 αντί για 100 δισ. που είχε ζητήσει να μειωθεί τον Μάρτιο. Επιπροσθέτως, οι ΗΠΑ εκ νέου ζητούν να μειωθούν οι κρατικές επιδοτήσεις στο πρόγραμμα «Made in China» του Πεκίνου, που στοχεύει στην ανάδειξη της Κίνας σε τεχνολογική υπερδύναμη. Στο επίμαχο έγγραφο, οι ΗΠΑ ζητούν, επίσης, από την Κίνα μείωση των δασμών στις εισαγωγές αμερικανικών προϊόντων σε επίπεδα αντίστοιχα των δασμών των ΗΠΑ στις εισαγωγές κινεζικών προϊόντων.

«Οι προσδοκίες μας είναι χαμηλές. Αλλάζουν τα αιτήματα των Αμερικανών και δεν είναι βέβαιον αν όλοι οι εκπρόσωποι της Ουάσιγκτον έχουν τους ίδιους στόχους», σχολίασε ο Τομ Ορλικ, επικεφαλής οικονομολόγος του Bloomberg στο Πεκίνο. «Οι Κινέζοι έχουν συμβιβαστεί σε ορισμένα θέματα και δεν θα προχωρήσουν στη διατύπωση περαιτέρω αιτημάτων», έσπευσε να συμπληρώσει. Το Πεκίνο έχει συμβιβαστεί με ορισμένα αιτήματα των ΗΠΑ, αλλά δεν φαίνεται να κάμπτεται η αδιαλλαξία της Ουάσιγκτον. Απομάκρυνε, συγκεκριμένα, εμπόδια στην είσοδο ξένων κεφαλαίων στον χρηματοπιστωτικό κλάδο και των αυτοκινητοβιομηχανιών. Προς τα τέλη Απριλίου, για παράδειγμα, το Πεκίνο ανακοίνωσε την άρση των περιορισμών για τις αυτοκινητοβιομηχανίες της Ευρώπης, των ΗΠΑ και του υπόλοιπου κόσμου, επιτρέποντάς τους να κατέχουν πάνω από το ήμισυ του μετοχικού κεφαλαίου σε κοινοπραξίες με κινεζικά επιχειρηματικά συμφέροντα. Εδώ και 20 έτη, απαρέγκλιτος όρος για να δραστηριοποιηθούν ξένες αυτοκινητοβιομηχανίες στην Κίνα, ήταν να διατηρούν ποσοστό συμμετοχής έως και 50% σε κοινοπραξίες με Κινέζους.

Ωστόσο, όπως τονίζουν οι Financial Times, αυτά τα μέτρα δεν έχουν μεγάλη επίδραση, διότι είναι δύσκολο για τις ξένες αυτοκινητοβιομηχανίες να αποχωρήσουν από τις υπάρχουσες κοινοπραξίες. Παράλληλα, η είσοδος των ξένων επενδυτών στον χρηματοπιστωτικό κλάδο δεν είναι εύκολη, διότι τα εγχώρια χρηματοπιστωτικά ιδρύματα διαδραματίζουν κυρίαρχο ρόλο. Οι Κινέζοι έχουν ανακοινώσει, επίσης, την επιβολή δασμών στις εισαγωγές αμερικανικών προϊόντων όπως είναι η σόγια, ως αντίποινα σε αντίστοιχα μέτρα των ΗΠΑ.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ