Τάκης Θεοδωρόπουλος ΤΑΚΗΣ ΘΕΟΔΩΡΟΠΟΥΛΟΣ

Τα «φασιστοειδή» της Λέσβου

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: ΔIAΓΩNIΩΣ

​Ηταν λίγο μετά τη δικτατορία όταν ο Μάνος Χατζιδάκις περνώντας έξω από μία από τις ιστορικές ταβέρνες στην πλατεία Προσκόπων στο Παγκράτι άκουσε κάποιον νέο που τον φώναξε «φασίστα». Κοντοστάθηκε, πλησίασε στο τραπέζι όπου καθόταν η παρέα από όπου είχε έρθει η φωνή και ρώτησε ποιος τον είπε φασίστα. Εννοείται ότι κανείς δεν αντέδρασε. Εκείνος τότε τους είπε ότι δεν τον νοιάζει αν τον θεωρούν «φασίστα», ή αν είναι φασίστας, αρκεί να μην είναι σαν αυτόν που τον αποκάλεσε έτσι. Τη γνωστή αυτή ιστορία θυμήθηκα ακούγοντας τους κυβερνητικούς να υποστηρίζουν ότι οι διαμαρτυρίες των κατοίκων της Λέσβου υποκινήθηκαν από «φασιστοειδή στοιχεία». Δεν τους περνάει απ’ το μυαλό ότι οι κάτοικοι ενδέχεται να έχουν φτάσει σε τέτοιο σημείο απελπισίας με τη διάρρηξη των ιστών της καθημερινότητας από τους μετανάστες και τις οικονομικές, αλλά και ψυχολογικές συνέπειες που αυτή συνεπάγεται, ώστε να μην τους νοιάζει πια αν κάποιος ή κάποιοι τους αποκαλούν «φασιστοειδή». Αρκεί να μην είναι σαν και αυτούς που τους απευθύνουν τον χαρακτηρισμό.

Το έχω ξαναγράψει και το επαναλαμβάνω. Θεωρώ ότι η κατάσταση με τους μετανάστες στη Λέσβο και τη Χίο, η οποία από ό,τι όλα δείχνουν θα επιδεινωθεί το καλοκαίρι, δεν οφείλεται μόνον στην ανοησία της Χριστοδουλοπούλου ή την ανικανότητα του Μουζάλα και του Βίτσα. Στην ανικανότητά τους να συνυπολογισθεί και η αδυναμία τους να πείσουν τον Τσίπρα ότι πρέπει να αλλάξει η νομοθεσία περί ασύλου ώστε να μην απαιτούνται δύο χρόνια για να κριθούν οι αιτήσεις. Αν ο Τσίπρας έλεγε ότι οι αιτήσεις θα κρίνονται εντός εξαμήνου, τότε ενδεχομένως να μην τον υποδέχονταν στη Μυτιλήνη ως αρχηγό εχθρικού κράτους. Προτίμησε να καταγγείλει τη διαμαρτυρία των κατοίκων. Γιατί; Διότι η μόνη πολιτική πράξη που γνωρίζει είναι να μετατρέπει την ανικανότητα ή την ιδεολογική βλακεία σε στρατηγική. Ενόψει του εμφυλιοπολεμικού κλίματος που προετοιμάζει για να αντιμετωπίσει την εκλογική του πανωλεθρία, επιλέγει να οδηγήσει τους κατοίκους περιοχών ολόκληρων σε κατάσταση απελπισίας, ώστε να τους ταυτίζει με την Ακροδεξιά, μαζί με όλους τους πολιτικούς του αντιπάλους.

Η πολιτική ζωή έχει παραλύσει εδώ και περίπου μια πενταετία από την κοινή πεποίθηση ότι η Αριστερά μπορεί να είναι ανίκανη, ξέρει όμως να διαχειρίζεται το όπλο της προπαγάνδας. Κάτι σαν την κεφαλή της Μέδουσας. Το αποτέλεσμα είναι ότι και οι ίδιοι έφτασαν να πιστέψουν ότι μπορούν να κυβερνήσουν μόνον με την προπαγάνδα. Παραγνωρίζοντας, ως ανιστόρητοι που είναι, ότι η προπαγάνδα εκμεταλλεύεται την πραγματικότητα και την προσαρμόζει στις ανάγκες της. Αν αποκοπεί τελείως από την πραγματικότητα, τότε ο ψυχολογικός πόλεμος θυμίζει έρωτα σε οπερέτα. Το πολύ να κάνεις πλάκα.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ