ΕΛΛΑΔΑ

Αποψη: Η εξάρθρωση του ποινικού μας συστήματος

ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ Ζ. ΠΕΠΟΝΗΣ*

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Η ουσιαστική επαύξηση και η ποιοτική αναβάθμιση της εγκληματικότητος στην Ελλάδα συνιστούν πραγματικότητα καθολικής παραδοχής, επισήμου ή μη αδιαφόρως. Αναμφισβήτητη, επίσης, καθημερινή διαπίστωση αποτελεί το ατελέσφορο των προσπαθειών (αόκνων πράγματι) των διωκτικών αρχών, που είναι εντεταλμένες για την πάταξη του εγκλήματος.

Το τελευταίο τούτο είναι εύλογο να διεγείρει, πολλές φορές, αρνητικά σχόλια και ποικίλλουσας έντασης επικρίσεις, με αποδέκτη, κατά απαράβατο σχεδόν κανόνα, την ΕΛ.ΑΣ., που, όπως είναι γνωστό, παρά τις αναμφισβήτητες και εντυπωσιακές επιτυχίες της και ως μη έδει, αίρει όλες τις αμαρτίες της νεοελληνικής πραγματικότητος στον τομέα της δημόσιας τάξης και ασφάλειας.

Η δημόσια ασφάλεια και η πραγμάτωσή της, όμως, μέσα στο πλαίσιο μιας δημοκρατικώς συντεταγμένης πολιτείας, είναι ουσιωδέστατο μεν, σύνθετο δε και πολύπλοκο ζήτημα. Αποτελεί τη συνισταμένη πολλών επί μέρους συνιστωσών, μία από τις οποίες είναι η Αστυνομία. Δικαστική και νομοθετική λειτουργία συνιστούν τις λοιπές καίριες συνιστώσες, με την τελευταία να αποτελεί όρον «εκ των ων ουκ άνευ» για την επιτυχή και τελεσφόρο δραστηριοποίηση των δύο πρώτων.

Αν και καμία συντεταγμένη εξουσία ή ειδικωτέρα υπηρεσία δεν δύναται να διεκδικήσει για τον εαυτόν της το απολύτως θετικό και τέλειο, αφού και ποικίλης φύσεως αδυναμίες υπάρχουν και σφάλματα πλειστάκις εμφιλοχωρούν, εν τούτοις το όλον πρόβλημα εστιάζεται στην παρ’ ημίν ισχύουσα ποινική (δικονομική και ουσιαστική) νομοθεσία, η οποία τείνει (δυστυχώς) να καταστεί όμηρος της ζοφερής πραγματικότητος που επικρατεί στα σωφρονιστικά καταστήματα της χώρας μας.

Αντί η σωφρονιστική πολιτική να διαμορφώνεται με βάση τις πάγιες και κοινώς παραδεδεγμένες αρχές της εγκληματολογίας και της ποινικής επιστήμης, υπαγορεύεται στην ουσία από την αδήριτη αναγκαιότητα της πληθυσμιακής αποσυμφόρησης των φυλακών, που συνεχώς αποσυμφορούνται και πάντα υπερκορεσμένες και συμπεφορημένες είναι. Βιώνουμε φύσει και θέσει και κατανοούμε το υφιστάμενο αδιέξοδο, αλλά πρέπει να ειπωθούν ορισμένα πράγματα, που αιδημόνως και ως μη έδει αποσιωπώνται. Η πραγματικότητα, άλλωστε, είναι αδήριτη και έχει τους δικούς της κανόνες και τη δική της λογική, χωρίς να επηρεάζεται από επιτηδευμένες ψιμυθιώσεις και ασύνετα προσποιητά «άλλοθι».

Η νομοθετική «ευρεσιτεχνία» της ανά τακτά χρονικά διαστήματα αποσυμφόρησης των καταστημάτων κράτησης και η θλιβερή νομοθετική κακοποίηση του ουσιαστικού και βασικού αντεγκληματικού θεσμού της υφ’ όρον απόλυσης, έχουν καταντήσει τις ποινές που επιβάλλονται από τα ποινικά δικαστήρια να έχουν ονομαστική μόνο και όχι πραγματική αξία. Το φαινόμενο προσεγγίζει τις διαστάσεις ενός αναγκαστικού νομοθετικού μιθριδατισμού έναντι της παρανομίας και διαχέει μία γενική αίσθηση ατιμωρησίας, με ό,τι αυτό σημαίνει και συνεπάγεται από κοινωνική άποψη.

Οπωσδήποτε δεν είναι του παρόντος η παράθεση διεξοδικής επί μέρους νομοθετικής περιπτωσιολογίας, γεγονός ωστόσο είναι ότι του αποκαλουμένου «νόμου Παρασκευόπουλου» έχουν προηγηθεί και άλλοι, ανάλογης φιλοσοφίας και αναγκαστικού προσανατολισμού, νόμοι.

Γεγονός που δεν μπορεί, βασίμως τουλάχιστον, να αμφισβητηθεί, αποτελεί ο επί θύραις κίνδυνος πλήρους και απολύτου εξάρθρωσης του ποινικού μας συστήματος. Αιτία η αδιάκοπη, αθρόα και ουσιαστικώς ανεξέλεγκτη, σχεδόν καθημερινή, είσοδος στη χώρα παρανόμων μεταναστών και προσφύγων «ων ουκ έστι αριθμός».

Ολοι αυτοί συγκροτούν μία πληθυσμιακή κατηγορία με υψηλότατο δείκτη σοβαρής εγκληματικότητος, τα ποσοστά της οποίας υπερακοντίζουν την πραγματικότητα που υπαγόρευσε τις δομές του σωφρονιστικού συστήματος της ελληνικής πολιτείας. Τα Εφετεία κακουργημάτων αποκαλούνται από πολλούς «αλλοδαποδικεία», ενώ δεν είναι σπάνια η δυσχέρεια ανεύρεσης και διερμηνέων ακόμη των κατηγορουμένων, ως εκ της πανσπερμίας και της συνακόλουθης ευρυτάτης ποικιλογλωσσίας αυτών. Η έλλειψη επαρκούντων καταλλήλων κρατητηρίων και εν γένει αναλόγων χώρων κράτησης, τόσον για τις ανάγκες της ποινικής προδικασίας όσον και αυτές μετά την καταδίκη, συνιστά κοινό μυστικό και κοινό τόπο.

Εν κατακλείδι και για να μη μακρηγορούμε. Η Ελλάς με τις στρατιές των εξαθλιωμένων αλλοδαπών στιφών τείνει να μετατραπεί όχι μόνο σε μία χωματερή ανθρωπίνων ψυχών, αλλά, το χειρότερον, σε επικίνδυνη αρένα πολυποίκιλης και αναβαθμισμένης εγκληματικότητος. Το ζήτημα είναι πολύ σοβαρό και δεν αντιμετωπίζεται με δήθεν αντιρατσιστικές θεωρητικές κατασκευές, που κατ’ ουσίαν διαστρεβλώνουν την έννοια του απεχθούς, πράγματι, ρατσισμού, ούτε βεβαίως και αντιμετωπίζεται με διαφανείς προθέσεις ελάφρυνσης και εξωραϊσμού της πραγματικότητος.

Η, εν τοις πράγμασι και ανεξαρτήτως πραγματικών προθέσεων, πρακτική του «μπάτε σκύλοι αλέστε» και η εικόνα του «ξέφραγου αμπελιού» δεν είναι δυνατόν να αποτελούν, για ένα σοβαρό κράτος, στοιχεία αντιμετώπισης του, έχοντος προσλάβει διαστάσεις λαίλαπος, προβλήματος υποδοχής και διαχείρισης της πλημμυρίδος των προσφύγων και παρανόμων μεταναστών. Αντιθέτως, μοναδικό κριτήριο και γνώμονας δεν νοείται άλλος, πέραν αυτού που ονομάζεται «αντοχές» της ελληνικής πολιτείας. Το τελευταίο παραπέμπει αυτονόητα και στις αντίστοιχες κρατικές υποδομές.

Δεν θα επεκταθώ σε άλλους τομείς (η εμπειρική πραγματικότητα, όπως ο κάθε Ελληνας τη βιώνει καθημερινά, δίδει την απάντηση, άλλωστε). Θα περιορισθώ στον τομέα που άπτεται της δημόσιας ασφάλειας, της δίωξης και του κολασμού του εγκλήματος και θα παρατηρήσω ότι εδώ τα πράγματα έχουν ξεφύγει και έχουν υπερφαλαγγίσει τις προβλέψεις και τις υποστηρικτικές του συστήματος δομές και υποδομές της συντεταγμένης πολιτείας.

Ο παραβατικός πληθυσμός που καλούμεθα να διαχειρισθούμε έχει εκτοξευθεί σε απαγορευτικά νούμερα και ύψη. Το ότι κάτι πρέπει να γίνει και δη άμεσα συνιστά καθολική διαπίστωση και κοινή παραδοχή. Δεν αμφισβητούνται οι φιλότιμες προσπάθειες που καταβάλλονται. Επισημαίνεται, όμως, το ουσιαστικώς ατελέσφορον και αναποτελεσματικόν αυτών. Ας μην υποτιμώνται και υποβαθμίζονται οι συνέπειες της «χρεοκοπίας» του ποινικού μας συστήματος. Κατάρρευση του τελευταίου σημαίνει και συνεπάγεται ευθεία κοινωνική αποσάθρωση και καταβαράθρωση. Σε κάθε όμως περίπτωση, οι κατά καιρούς «νομοθετικές εκπτώσεις» δεν περιέχουν καν ψήγμα λύσεως. Ούτε ο αποπροσανατολισμός του δημοσίου διαλόγου εισφέρει θετικώς.

Και ναι μεν δεν αμφισβητείται το ουσιώδες μιας ποιοτικής αστυνόμευσης, με ό,τι αυτό προϋποθέτει και συνεπάγεται, πλην, όμως, ως ζέον και κρίσιμον παραμένει η μετά τη σύλληψη και καταδίκη του κακοποιού μεταχείρισή του να μη συνιστά, ουσιαστικώς, ατιμωρησία. Ο νομοθετικός, κατά το μάλλον ή ήττον, εκμηδενισμός των ποινών που επιβάλλουν τα ποινικά δικαστήρια, εκτός του άκρως προβληματικού της συνταγματικής του συμβατότητας, συνιστά, πέρα και πάνω απ’ όλα, κραυγαλέα ατιμωρησία. Και αυτό, δυστυχώς, το γνωρίζουν καλώς και το συνεκτιμούν δεόντως οι κακοποιοί, ασφαλώς δε ως σοβαρόν κίνητρον της αχαλίνωτης κακοποιού δράσης τους.

* Ο κ. Γρηγόριος Ζ. Πεπόνης είναι Εισαγγελέας Εφετών.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ