ΚΟΣΜΟΣ

RAF, η Φράξια «Κόκκινος Στρατός»

ΜΑΙΡΗ ΜΠΟΣΗ*

14 Οκτωβρίου 1968. Από αριστερά, Χορστ Σένλαϊν, Θόρβαλντ Προλ, Αντρέας Μπάαντερ και Γκούντρουν Εσλιν, στο εδώλιο του κατηγορουμένου για εμπρησμό δύο πολυκαταστημάτων στη Φρανκφούρτη. Ενάμιση χρόνο αργότερα, η Μάινχοφ απελευθέρωσε τον Μπάαντερ από τη φυλακή.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: Ιστορία

Η επίδραση του Μάη του 1968 υπήρξε καθοριστική για τα περισσότερα ευρωπαϊκά κράτη. Τα ιδανικά που ενέπνευσε η φοιτητική εξέγερση –αρχικά στη Γαλλία και στη συνέχεια σε πολλές ευρωπαϊκές πρωτεύουσες– και η πολιτική ματαίωση της απόπειρας του Μάη του ’68, μετασχηματίστηκαν τόσο σε εξεγέρσεις κατά του κατεστημένου όσο και σε επιθέσεις κατά του κράτους και των εκπροσώπων του.

Ομως αν ο γαλλικός και ο ιταλικός Μάης είχαν ένταση, ο γερμανικός είχε βάθος. Η διαμόρφωση του ένοπλου κινήματος στη Γερμανία ουσιαστικά εντοπίζεται στην οργάνωση Φράξια «Κόκκινος Στρατός», τη γνωστή σε όλους ως RAF. Το ακρωνύμιο θεωρήθηκε ότι προήλθε από δύο πιθανά ονόματα, είτε από τη Royal Air Force (Βασιλική Αεροπορία) που βομβάρδιζε τη ναζιστική Γερμανία, είτε από την αντίστοιχη οργάνωση «Ιαπωνικός Κόκκινος Στρατός» που έδρασε τα ίδια χρόνια στην Ιαπωνία. Η δημιουργία της απασχόλησε περισσότερο το γερμανικό κράτος, γιατί ήταν η οργάνωση που έθιξε περισσότερο την ηθελημένη ακαμψία της γερμανικής ιδεολογίας. Αξίζει να ληφθεί υπόψη ότι αποφασιστικός αγώνας για τη δημοκρατία στη Γερμανία δεν έγινε ποτέ. Αποφασιστική αντίδραση κατά του Χιτλερισμού δεν υπήρξε, όπως δεν υπήρξε και κάποια αποφασιστική πάλη κατά του ολοκληρωτισμού.

Η έμφαση που έδωσαν οι Γερμανοί πολίτες μετά το τέλος του πολέμου επικεντρώθηκε στη σκληρή δουλειά, στην παραγωγικότητα, στην ανοικοδόμηση της χώρας και στην εικόνα του πολίτη ως προτύπου εργασίας, πειθαρχίας, υπακοής.

Το δυτικοευρωπαϊκό αντάρτικο πόλεων γεννιέται στη Γερμανία

Οταν στις 15 Μαΐου 1970, η Ουλρίκε Μάινχοφ με τη βοήθεια έξι μελών απελευθέρωσε τον Αντρέας Μπάαντερ από τη φυλακή, δημιουργήθηκε σταδιακά η γνωστή οργάνωση. Αρχικά ήταν γνωστή ως «συμμορία Μπάαντερ-Μάινχοφ», γεγονός το οποίο συνιστά από μόνο του μοναδικότητα. Δηλαδή από την αρχή ήταν γνωστά στις Αρχές τα ονόματα των μελών. Υπό μία έννοια ήταν μια «οργάνωση με ονοματεπώνυμο». Ομως οι βίαιες παρεμβάσεις τους κατά του συστήματος δεν είχαν καμία λαϊκή υποστήριξη, αντίθετα έτυχαν της άμεσης απομόνωσης καθώς συντριπτικά οι Γερμανοί αισθάνθηκαν ότι αυτή η μορφή βίας τους έθιγε. Σημειώνεται ότι η Γερμανία είχε περάσει κατευθείαν από έναν αντικομμουνισμό επίσημα ναζιστικό, αυτόν του Χίτλερ, στον αντικομμουνισμό του Ψυχρού Πολέμου. Οι οργανώσεις πολιτικής βίας - τρομοκρατίας της κατηγορίας Φράξια «Κόκκινος Στρατός», τάραζαν τα νερά και τις πολιτικές συνειδήσεις εκατομμυρίων Γερμανών που επιθυμούσαν να απαλλαγούν από τις τύψεις των στρατοπέδων συγκέντρωσης και της γενοκτονίας των Εβραίων, χωρίς βέβαια να έχουν επισημοποιήσει ποτέ την παραδοχή της συνενοχής τους.

Ιδρυτικά μέλη της οργάνωσης Φράξια «Κόκκινος Στρατός» ήταν ο Ανδρέας Μπάαντερ (1947-1977), η Γκούντρουν Εσλιν (1940-1977), η Ουλρίκε Μάινχοφ (1934-1976). Σημαντικό ρόλο έπαιξαν και οι Χορστ Μάλερ και Ιρμγκαρντ Μέλερ αλλά και άλλα μέλη, εκ των οποίων αρκετά παραμένουν έως και σήμερα άγνωστα στις Αρχές. Η ριζοσπαστικοποίησή τους σχετίζεται με τις πολιτικές εντάσεις της εποχής, σε εθνικό αλλά και σε διεθνές επίπεδο. Ο καθένας ξεκίνησε από διαφορετική πολιτική και προσωπική αφετηρία, αλλά καθ’ οδόν συναντήθηκαν με κοινές θέσεις δημιουργώντας ένα ένοπλο κίνημα.

Η διεθνιστική ιδεολογία της οργάνωσης Φράξια «Κόκκινος Στρατός» θα μπορούσε να συνοψιστεί στην ακόλουθη θέση: «Το κέντρο της παγκόσμιας σύγκρουσης έχει μετατοπιστεί στον Τρίτο Κόσμο. Στις ιμπεριαλιστικές μητροπόλεις και ιδιαίτερα στη Γερμανία, δεν μπορεί να γίνει τίποτε άλλο από την έμπρακτη υποστήριξη στις επαναστάσεις του Τρίτου Κόσμου, με το χτύπημα των ιμπεριαλιστικών εγχειρημάτων». Η Οργάνωση απέδειξε έμπρακτα τη διεθνιστική της ιδεολογία μέσα από τις επιλογές των στόχων, με τη χρησιμοποίηση ονομάτων «μαρτύρων» στις ομάδες κρούσης αλλά κυρίως γιατί οργάνωσε με δική της πρωτοβουλία το «Δυτικό Ευρωπαϊκό αντάρτικο πόλεων» γνωστό ως «Offensive 84/85». Η πρωτοβουλία στόχευε στην επίτευξη κοινής δράσης των εν ενεργεία οργανώσεων της Ευρώπης. Οι προσκλήσεις εστάλησαν σε όλες, αλλά κινήθηκαν θετικά αποδεχόμενες τη συνεργασία: η γαλλική οργάνωση Αμεση Δράση (Action Directe) και η βελγική οργάνωση Κομμουνιστικοί Πυρήνες (Cellules Communistes Combattantes – CCC). Η ιταλική οργάνωση Ερυθρές Ταξιαρχίες (Brigade Rosse) δεν ανταποκρίθηκε στην πρόσκληση, λόγω της διάσπασής της και των ιδεολογικών διαφωνιών στο εσωτερικό της.

Οι δολοφονίες των Οντράν (επικεφαλής των πωλήσεων γαλλικών όπλων) και Ζίμερμαν (επικεφαλής της γερμανικής αμυντικής κοινοπραξίας) καθώς και η δολοφονία του Ζορζ Μπεσέ (επικεφαλής της βιομηχανίας αυτοκινήτων Renault), ήταν μεταξύ άλλων η κορύφωση των βίαιων πράξεων της συνεργασίας των ευρωπαϊκών οργανώσεων. Η συγκεκριμένη πρωτοβουλία υπήρξε και η αφετηρία της ουσιαστικής κινητοποίησης των ευρωπαϊκών κρατών στην αντιμετώπιση ενός πολιτικού φαινομένου το οποίο διέφευγε του βεληνεκούς της απλής «ενόχλησης» σε εθνικό επίπεδο.

Ταχεία και ιδιαίτερα σκληρή η απάντηση του κράτους

Η Γερμανία αποτελεί την ευρωπαϊκή χώρα που κινήθηκε με τη μεγαλύτερη ταχύτητα στην αντιμετώπιση των οργανώσεων της ένοπλης βίας. Παρά το γεγονός ότι αρχικά υπήρξε μια συμπάθεια προς την οργάνωση ειδικά από τους νέους, σταδιακά η αποτελεσματική κινητοποίηση των μηχανισμών του κράτους έθεσε σε πολιτική απομόνωση όχι μόνο τα μέλη των οργανώσεων αλλά και την ιδεολογία τους. Παρά το γεγονός ότι ο κρατικός μηχανισμός λειτούργησε με ιδιαίτερα σκληρό τρόπο, φάνηκε ότι ο τρόπος αυτός έγινε καθολικά αποδεκτός, γιατί ουσιαστικά η εργατική τάξη συμπαρατάχθηκε με το κράτος, υπακούοντας στη λογική των μέσων μαζικής ενημέρωσης που δημιούργησαν φανταστικούς φόβους για την αποδιάρθρωση του κράτους.

Το γερμανικό κράτος δημιούργησε αμέσως επιτροπή εμπειρογνωμόνων με στόχο την κατανόηση των διαφορετικών αντιλήψεων των οργανώσεων πολιτικής βίας-τρομοκρατίας. Ταυτόχρονα προχώρησε και στη δημιουργία της «Εκτακτης Επιτροπής για την Αντιμετώπιση της Κρίσης» με σκοπό τον εκφοβισμό όσο το δυνατόν μεγαλύτερου τμήματος των μαζών και δημιουργία κλίματος μαζικής υστερίας και κυνηγίου μαγισσών.

Ανταπαντώντας οι ένοπλες ομάδες λόγω της οργανωμένης κρατικής καταστολής καταλήγουν σύντομα στη λογική της ένοπλης αυτοάμυνας, ενώ πληθώρα πράξεων τους αποδίδεται στη συνέχεια. Δολοφονίες (ο αριθμός των 120 δολοφονιών ο οποίος τους αποδίδεται ελέγχεται για την ακρίβειά του λόγω της αυξομείωσης του αριθμού από τις Αρχές), απαγωγές, ληστείες, βομβιστικές επιθέσεις, προσπάθεια κατάληψης της αμερικανικής πρεσβείας κ.ά., είναι μερικές από τις πράξεις για τις οποίες αναλάμβαναν την ευθύνη.

Η κρατική καταστολή χρησιμοποιώντας τους παλαιούς παραδοσιακούς τρόπους προστασίας των θεσμών αλλά και εισάγοντας νέους, κατάφερε να δημιουργήσει ένα αυταρχικότερο κράτος το οποίο γινόταν αποδεκτό από τη συντριπτική πλειονότητα του γερμανικού λαού. Οι ειδικές νομοθεσίες, η αλλαγή του ποινικού κώδικα, το διάταγμα-αστραπή (που αφορούσε τον περιορισμό των επαφών των φυλακισμένων μεταξύ τους καθώς και με τους δικηγόρους τους) και μια σειρά από μέτρα που λάμβανε το κράτος λόγω των οργανώσεων πολιτικής βίας-τρομοκρατίας, επικυρώνονταν με συνοπτικές διαδικασίες από το Ομοσπονδιακό Κοινοβούλιο. Τα λευκά κελιά, μια γερμανική πρωτοτυπία που στόχευε στην απόλυτη απομόνωση των φυλακισμένων μελών της Φράξιας «Κόκκινος Στρατός» και εν τέλει στη φυσική και ψυχική τους εξόντωση, καθώς και οι σκηνοθετημένες αυτοκτονίες τους, άφησαν κατά κανόνα αδιάφορη την κοινή γνώμη.

Τραυματική εμπειρία

Η Φράξια «Κόκκινος Στρατός» σταμάτησε την ένοπλη δράση της το 1998, μετά την αποστολή μιας μακροσκελούς προκήρυξης στον Τύπο της εποχής. Στη συγκλονιστική τελευταία επαφή της με την κοινή γνώμη παραδέχτηκε ότι απέτυχε στους σκοπούς και τους στόχους της που ήταν η αφύπνιση του γερμανικού λαού και η ανατροπή της καθεστηκυίας τάξης. Εκτοτε δεν έχει δώσει κανένα δείγμα επανεμφάνισης. Είναι προφανές ότι αρκετά από τα μέλη της τελευταίας γενιάς δεν έχουν συλληφθεί από τις Αρχές.

Αξίζει να σημειωθεί ότι η αντιμετώπιση του γερμανικού κράτους στην ακροαριστερή πολιτική βία-τρομοκρατία δεν ίσχυσε για τις ακροδεξιές οργανώσεις οι οποίες έδρασαν χρονικά παράλληλα. Αποτέλεσμα της ανεξέλεγκτης δράσης αυτών των οργανώσεων, ειδικά στη Γερμανία, ήταν η άνοδος του νεοφασισμού. Η Γερμανία υπήρξε υπόδειγμα σκληρότητας του κράτους κατά της ακροαριστερής τρομοκρατίας, αλλά ταυτόχρονα εθελοτυφλούσε στην άνοδο του νεοφασισμού και του ρατσισμού. Αποτέλεσμα αυτής της επιλεκτικής πολιτικής υπήρξε η άνοδος των ακροδεξιών οργανώσεων που μετουσιώθηκε σε επιθέσεις και δολοφονίες κατά μεταναστών και άλλων στόχων.

* Η κ. Μαίρη Μπόση είναι αναπληρώτρια καθηγήτρια Διεθνούς Ασφάλειας στο Τμήμα Διεθνών και Ευρωπαϊκών Σπουδών του Πανεπιστημίου Πειραιώς.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ