ΓΕΥΜΑ ΜΕ ΤΗΝ «Κ»

Μάσακο Κίντο: Ο Ελληνας πορεύεται μόνος, αυτενεργεί

ΜΑΡΙΑ ΚΑΤΣΟΥΝΑΚΗ

Εικονογράφηση: TITINA XAΛMATZH

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Η κ. Μάσακο Κίντο είναι βουδίστρια, αλλά παρακολούθησε το ορθόδοξο τυπικό της Μεγάλης Εβδομάδας στο μοναστήρι της Παναγίας Φανερωμένης στη Σαλαμίνα. «Το ενδιαφέρον μου για το ορθόδοξο τελετουργικό είναι επιστημονικό», λέει μιλώντας με άνεση ελληνικά. Ως εδώ δεν υπάρχει κάτι πολύ ξεχωριστό. Ομως, καθώς προχωράει η αφήγηση της ζωής της, από τα πρόσφατα γεγονότα στο παρελθόν, η μία έκπληξη διαδέχεται την άλλη: χάρη στην κ. Κίντο και με χορηγία του ιαπωνικού υπουργείου Παιδείας, αποκαταστάθηκαν οι μισοκατεστραμμένες τοιχογραφίες του καθολικού της Μονής Φανερωμένης (χρονολογημένες το 1735, με την υπογραφή του ζωγράφου της εποχής Γεωργίου Μάρκου)· πρωτοήρθε στην Ελλάδα το 1972, φοιτήτρια τότε στη Σχολή Καλών Τεχνών του Τόκιο, με υποτροφία του ΙΚΥ για να σπουδάσει αρχαία γλυπτική· τον Νοέμβριο του 1973 είδε το άρμα να μπαίνει στο Πολυτεχνείο· έζησε την πτώση της δικτατορίας, την παραφορά των πρώτων χρόνων της Μεταπολίτευσης, τις αλλαγές στην Ελλάδα με την είσοδό της στην Ευρωπαϊκή Ενωση... Δίδαξε ελληνικά επί 40 χρόνια στο Τόκιο.

Δίπλα της, στη συνάντηση, κάθεται η «καλύτερη μαθήτριά της». Η κ. Γιόκο Μαετζίμα, πρώτη γραμματέας της ιαπωνικής πρεσβείας, ακούει τους επαίνους της Μάσακο Κίντο με μια εφηβική, σχεδόν, συστολή. Χαμογελάει και κλίνει ανεπαίσθητα προς τα εμπρός, με μια κίνηση που παραπέμπει στο ιαπωνικό τελετουργικό. Η «μαθήτρια» παραμένει σιωπηλή σε όλη τη διάρκεια του «Γεύματος» αλλά όχι αμέτοχη.

Ανάμεσα σε δύο χώρες

Η κ. Κίντο, ούτως ή άλλως, έχει αποκτήσει στα 46 χρόνια της σχέσης της με την Ελλάδα ένα σχεδόν μεσογειακό ταμπεραμέντο. Μοιράζει τον χρόνο της ανάμεσα στις δύο χώρες, διαθέτει δύο αριθμούς κινητών, ο άνδρας της, ο γνωστός Ιάπωνας καλλιτέχνης Οσάμου Κίντο, έχει διοργανώσει έκθεση με γλυπτά του στο Μέγαρο Μουσικής.

Ας πάρουμε, όμως, τα πράγματα από την αρχή: «Ημουν φοιτήτρια στο τμήμα Ιστορίας της Τέχνης, στη σχολή Καλών Τεχνών του Πανεπιστημίου του Τόκιο. Το αντικείμενό μου ήταν κυρίως η δυτική τέχνη. Ηθελα για το μεταπτυχιακό να έρθω στην Ευρώπη. Η μόνη λύση ήταν η υποτροφία. Τότε, ήταν πολύ δύσκολο για μια φοιτήτρια στην Ιαπωνία, που δεν καταγόταν από πλούσια οικογένεια, να ταξιδέψει στην Ευρώπη. Μια μέρα βρίσκω μια ανακοίνωση στη σχολή μου για υποτροφία στην Ελλάδα, όχι όμως για μεταπτυχιακές σπουδές. Δεν υπήρχε εκείνη την εποχή στην Ελλάδα αυτή η δυνατότητα. Κάποιοι καθηγητές προσπάθησαν να με αποτρέψουν να φύγω χωρίς να έχω πάρει πρώτα το πτυχίο μου, όμως εγώ είπα “όχι θα πάω”. Και ήρθα στη Θεσσαλονίκη για να ασχοληθώ με την αρχαία ελληνική γλυπτική.

Το βλέμμα μου ήταν εξοικειωμένο με τη δυτική τέχνη και την Αναγέννηση. Βρέθηκα μέσα σε έναν άγνωστο για μένα κόσμο. Εμενα στη φοιτητική εστία. Τυχαία μια μέρα, μόνη μου, μπήκα σε μια μικρή εκκλησία, γεμάτη τοιχογραφίες. Δεν θυμάμαι, όμως, πια καλά τον τόπο, εκτός από την αίσθησή του. Την υγρασία που με κύκλωσε και το μισοσκόταδο. Σκέφθηκα: “Αυτός είναι σαν βουδιστικός ναός”. Λίγο αργότερα μετακόμισα στην Αθήνα για να παρακολουθήσω τη Σχολή Καλών Τεχνών που τότε στεγαζόταν στο Πολυτεχνείο. Εκανα μαθήματα ψηφιδωτού με τον Γιάννη Κολέφα. Δεν μπορούσα να παρακολουθήσω θεωρητικά μαθήματα, δεν ήξερα καλά τη γλώσσα, οπότε σκέφθηκα κάτι πρακτικό. Ο Κολέφας ασχολιόταν και με τη συντήρηση των τοιχογραφιών».

Μπορεί η Ελλάδα του 1972 να μην είχε καμία σχέση με την Ιαπωνία, «που ήταν πολύ ανεπτυγμένη στην τεχνολογία», όμως «εδώ ξαναβρήκα πράγματα όπως η οικογένεια και οι συγγενικοί δεσμοί». Και η φιλία. Αναφέρει πολύ συχνά, τη στενή φίλη της, Μίνα, καθηγήτρια στον Βόλο, η οποία «πέθανε δυστυχώς πριν από τρία χρόνια», ως τον άνθρωπο που τη μύησε στην ελληνική ζωή και πραγματικότητα. Ηταν, από το ’70, αχώριστες.

«Νιώθω μισή μισή»

Η Γιαπωνέζα ελληνίστρια και καθηγήτρια παρακολουθούσε την Ελλάδα να μεταμορφώνεται. «Τη μεγάλη αλλαγή την είδα με την είσοδο στην Ευρωπαΐκή Ενωση. Τα πράγματα έγιναν καλύτερα και πιο εύκολα. Πήγαινα στο Ταχυδρομείο, για παράδειγμα, και επικρατούσε χάος. Υστερα, όμως, μπήκε τάξη, άρχισε να τηρείται η σειρά με τους αριθμούς. Η ζωή οργανώθηκε».

Γνωρίζει την Ελλάδα τέσσερις και παραπάνω δεκαετίες. Νιώθει Ελληνίδα; Διστάζει. «Το εγγόνι μου είναι στο Τόκιο! [...] Μισή μισή καλύτερα!».

«Τι βρίσκετε στην Ελλάδα που δεν υπάρχει στην Ιαπωνία και αντίστροφα;», ρωτώ. «Εδώ, η ζωή είναι ανθρώπινη... Οι άνθρωποι συναντιούνται. Δεν υπάρχει αυτό στο Τόκιο. Ο καθένας μένει πολύ μακριά, μια ώρα απόσταση με το τρένο. Δεν μπορούν οι άνθρωποι να βρεθούν εύκολα. Πρέπει να το έχουν προγραμματίσει πριν από έναν μήνα. Ολα είναι πολύ οργανωμένα...». «Κάτι καλό εκεί, που δεν υπάρχει εδώ;», επιμένω. «Εχει;», ρωτάει η κ. Κίντο την κ. Μαετζίμα και γελούν. «Μπορείς να προβλέψεις σχεδόν τα πάντα στην Ιαπωνία», παρεμβαίνει η γραμματέας της πρεσβείας. «Παράδειγμα: πρόκειται να παραλάβεις κάτι στο σπίτι από το ταχυδρομείο; Θα σου πουν ακριβώς την ώρα που θα φτάσει. Και η ώρα τηρείται απαρέγκλιτα».

Στο σημείο αυτό υπάρχει μια μικρή μεταστροφή: «Εξαρτάται, βέβαια, από το τι θέλει να κάνει κανείς στην Ελλάδα», λέει η κ. Κίντο. «Εγώ προέρχομαι από το ακαδημαϊκό περιβάλλον και τα πράγματα είναι αλλιώς. Ενας Ιάπωνας επιχειρηματίας, όμως, θα υποφέρει». «Γιατί;», ρωτάω. «Οι Ιάπωνες σκέφτονται πιο συλλογικά. Ο Ελληνας πορεύεται μόνος του. Δεν εξηγεί, δεν επικοινωνεί. Αυτενεργεί. Διαφορετική mentalité. Τα άκρα αντίθετα». «Με ποιους ταιριάζουν καλύτερα οι Ιάπωνες επιχειρηματίες;», λοιπόν, κατά τη γνώμη τους. «Με τους Γερμανούς», χαμογελούν.

Η σύγκριση

«Στην Ιαπωνία θα ολοκληρωθεί κάτι καλά, αλλά όχι πολύ καλά. Στην Ελλάδα μπορεί να γίνει κάτι χάλια, αλλά και καταπληκτικά. Οπως συνέβη στους Ολυμπιακούς του 2004. Ημουν εδώ το 2003 και παρακολουθούσα με πολύ μεγάλη απορία και αγωνία. Ηταν όλα άνω-κάτω. Κι όμως, έναν χρόνο μετά, όλα ήταν στη θέση τους», παρατηρεί η Μάσακο Κίντο. Και συνεχίζει αυτή την άτυπη σύγκριση ανάμεσα στους δύο λαούς, που ενισχύω με ερωτήσεις, επισημαίνοντας ότι η νοοτροπία των Ιαπώνων «δεν επιτρέπει τη διάκριση από έναν μέσο όρο»: «Πρέπει να κάνουμε βήματα όλοι μαζί. Να είμαστε στο ίδιο αρκετά καλό επίπεδο όλοι μαζί. Να μην εξέχει κανείς, να μη διαφέρει κανείς».

Από την άλλη, μελετώντας την ελληνική Ιστορία μέσα από την τέχνη διακρίνει «μέσα μας μια σύγχυση». «Σας απασχολεί διαρκώς το θέμα της ελληνικότητας. Η εθνικότητα και πώς θα εκφραστεί. Στην Ιαπωνία δεν υπάρχει κάτι ανάλογο», υπογραμμίζει.

Η αποκατάσταση των τοιχογραφιών και η ελληνική γραφειοκρατία

«Η βουδιστική και η βυζαντινή τέχνη κάπως μοιάζουν», λέει η Μάσακο Κίντο και η συζήτηση ξεστρατίζει σε μονοπάτια που δύσκολα μεταφέρονται χωρίς φωτογραφικό υλικό. Πώς να μιλήσεις για τη σχέση –κι αν υπάρχει– ανάμεσα στο γιαπωνέζικο είδος τέχνης ukiyo-e και τις βυζαντινές τοιχογραφίες;
Επιστρέφουμε σε χαρτογραφημένα νερά: «Το αντικείμενό μου ήταν η τέχνη των Κομνηνών. Μεταφράζοντας στα ιαπωνικά τον Διονύσιο εκ Φουρνά (σ.σ. Ιερομόναχος του Αγίου Oρους και αγιογράφος, συνέταξε τον 18ο αιώνα την περιώνυμη “Ερμηνεία της ζωγραφικής τέχνης”) διαπίστωσα ότι δεν είχα δει τα έργα στα οποία αναφερόταν... Ετσι ξεκίνησε το ταξίδι στη Σαλαμίνα...

Οταν επισκέφθηκα για πρώτη φορά τη μονή της Φανερωμένης, μου έκαναν μεγάλη εντύπωση ο πλούτος καθώς και ο μεγάλος αριθμός των θεμάτων και των προσώπων στις τοιχογραφίες του καθολικού της μονής. Αλλά δυστυχώς η κατάσταση των τοιχογραφιών δεν ήταν καλή εξαιτίας του καπνού από τα κεριά και αυτό δεν μου επέτρεπε να επιβεβαιώσω τις λεπτομέρειες των παραστάσεων συγκρίνοντας το κείμενο του Διονυσίου με τα έργα της ίδιας εποχής.

Για τον λόγο αυτό σκέφθηκα να προτείνω το έργο καθαρισμού και συντήρησης των τοιχογραφιών στον αείμνηστο Δημήτρη Κωνστάντιο, τότε διευθυντή του Βυζαντινού και Χριστιανικού Μουσείου. Του πρότεινα να συνεργαστούμε με σκοπό την αποκατάσταση των τοιχογραφιών».

Τη ρωτώ «αν είχε προβλήματα με την ελληνική γραφειοκρατία για να πάρει την άδεια». «Πάρα πολλά, γιατί, επιπλέον, ήμουν ξένη», απαντά.

Επιστροφή στο ΚΑΣ

«Ομως, ο Κωνστάντιος ήταν εξαιρετική περίπτωση επιστήμονα και ανθρώπου. Κινήθηκε με τέτοια ταχύτητα που χωρίς, σχεδόν, να το καταλάβουν οι αρμόδιοι του έδωσαν τις εγκρίσεις που χρειάζονταν!». Οταν, όμως, έφυγε από τη ζωή άρχισαν τα προβλήματα. «Επαναπέμφθηκε το θέμα στο ΚΑΣ... Αλλα χαρτιά, χαρτιά, χαρτιά... Παρ’ ολίγον να χάσουμε τη χρηματοδότηση από την Ιαπωνία. Ετρεξα πολύ. Τελικά τα κατάφερα».

Η κ. Κίντο, η μοναδική, ίσως, Γιαπωνέζα βυζαντινολόγος που μιλάει, γράφει και διαβάζει νέα ελληνικά, ετοιμάζει ένα βιβλίο – λεύκωμα για τις τοιχογραφίες της Παναγίας της Φανερωμένης της Σαλαμίνας, στα ελληνικά και στα αγγλικά με περίληψη στα ιαπωνικά. Η έκδοση είναι ακριβή, γι’ αυτό και η κ. Κίντο βρίσκεται σε αναζήτηση χορηγών. «Αυτές οι τοιχογραφίες είναι σπουδαίες αποδείξεις για την ανάπτυξη της ελληνικής κοινωνίας στην εποχή της τουρκοκρατίας μετά την εγκατάλειψη της Κρήτης από τους Βενετούς», λέει.

«Πιστεύω πως το έργο μας του καθαρισμού θα συντελέσει στην πρόοδο της μελέτης για την ιστορία της εποχής του 18ου αιώνα και πως αυτή η συνεργασία μεταξύ Ελλήνων και Ιαπώνων θα αφήσει σημαντικό αποτύπωμα στην πορεία της ακαδημαϊκής έρευνας».

Η συνάντηση

Η ιστορική ψαροταβέρνα του Πεζούλα στην Καλλιθέα (Πεισιστράτου 11, πίσω από το ΚΠΙΣΝ) συνέβαλε στη φιλελληνική ατμόσφαιρα του «Γεύματος». Ξεκινήσαμε με σαλάτα του Παναγιώτη με ρόκα, λιαστή και φρέσκια ντομάτα, κριθαροκούλουρο και κοπανιστή, καλαμάρι ψητό, λαβράκι καρπάτσιο και λακέρδα λαδολέμονο (την ελληνική εκδοχή σούσι!). Ακολούθησαν ολόφρεσκα μπαρμπούνια τηγανητά και φάβα με καπνιστό χέλι, την οποία μας πρόσφερε το κατάστημα. Οι κ. Κίντο και Μαετζίμα δεν σταμάτησαν να εκφράζουν την ευχαρίστησή τους και να επαινούν την κουζίνα. Στο τέλος ήπιαν ελληνικό καφέ, με κέρασμα χαλβά σιμιγδαλένιο και ένα πιάτο με φρούτα. Σύνολο: 65 ευρώ.

Oι σταθμοί της

1950
Γεννιέται στο Τόκιο.

1970
Ξεκινάει σπουδές στη Σχολή Καλών Τεχνών (Tokyo University of the Arts), στο τμήμα της Ιστορίας Tέχνης.

1972-1975
Ερχεται στην Ελλάδα ως υπότροφη του ΙΚΥ. Παρακολουθεί μαθήματα της ελληνικής γλώσσας στο ΑΠΘ.

1988
Διδάσκει στο Kyoritsu Women’s University, στο Τόκιο, ως λέκτωρ, στη συνέχεια αναπληρώτρια καθηγήτρια και καθηγήτρια (από το 2001).

1993-1994
Μελέτη στη Βιβλιοθήκη Βατικανού στη Ρώμη.

1999
Μεταφράζει το βιβλίο του Διονυσίου εκ Φουρνά «Ερμηνεία της ζωγραφικής Τέχνης» (γραμμένο το 1740) στα ιαπωνικά.

2007-2014
Υπεύθυνη του προγράμματος συντήρησης των τοιχογραφιών (1735) στη ιερά μονή Παναγίας Φανερωμένης.

2014
Ανακηρύσσεται επίτιμη δημότισσα Σαλαμίνας.

2018
Διορίζεται διευθύντρια του Institute for the Studies of Science and Culture στο Kyoritsu Women’s University.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ