ΧΑΡΙΔΗΜΟΣ Κ. ΤΣΟΥΚΑΣ*

Ο αντιφατικός «ρεαλισμός» του ΣΥΡΙΖΑ

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Μ​​εταλλάσσεται ο ΣΥΡΙΖΑ σε ένα σοσιαλδημοκρατικό κόμμα, μετά τον ιστορικό συμβιβασμό του Ιουλίου 2015; Το ερώτημα έθεσε εύστοχα ο Ν. Μαραντζίδης («Κ», 22.4.17) και η απάντησή του ήταν ανενδοίαστα καταφατική. Για άλλους, η απάντηση είναι προδήλως αρνητική: η καιροσκοπική μεταμόρφωση του ΣΥΡΙΖΑ και η μνημονιακή διαχείριση δεν αλλοιώνουν τον ουσιωδώς αντισυστημικό (αριστεροκαθεστωτικό) χαρακτήρα του. Και οι δύο απαντήσεις είναι εν μέρει αληθείς και εν μέρει προβληματικές.

Ας ξεκαθαρίσουμε μερικές έννοιες πρώτα. Τι σημαίνει ότι μια οντότητα αλλάζει; Πόσο πρέπει να μεταβληθεί ένα ξύλινο μολύβι λ.χ. για να πούμε ότι άλλαξε; Αν το ξύσω, το κοντύνω ή του αλλάξω το χρώμα λ.χ. θα παραμένει το ίδιο μολύβι; Ναι, λένε οι «ουσιοκράτες». Οι οντότητες είναι αμετάλλακτες, έστω κι αν αλλάζουν οι ιδιότητές τους. Ενα κομμάτι κερί δεν αλλάζει όταν μεταβάλλεται το χρώμα του, το άρωμά του ή το σχήμα του.

Οχι, διατείνονται οι υποστηρικτές της εμμενούς αλλαγής. Η γλώσσα μάς παραπλανά: «το κερί» υφίσταται γραμματικά έστω κι αν έχουν αλλάξει οι ιδιότητές του. Αν, όμως, θέλουμε να κατανοήσουμε την αλλαγή, είναι πιο γόνιμο να δεχθούμε ότι το «κερί» δεν υπάρχει ανεξάρτητα από τις ιδιότητές του – είναι οι ιδιότητές του. Οσο αλλάζουν οι ιδιότητες τόσο αλλάζει ο φορέας τους. Η αλλαγή είναι εμμενής – έμφυτη, αέναη.

Δείτε τώρα την περίπτωση του ΣΥΡΙΖΑ. Ο πολιτικός λόγος του κόμματος του 3% ήταν αντικαπιταλιστικός και λαϊκιστικά αντιπολιτευτικός – ένα συνονθύλευμα ουτοπικών διακηρύξεων για μια μυθώδη σοσιαλιστική κοινωνία και η άκριτη υποστήριξη κάθε αιτήματος επιμέρους κοινωνικών ομάδων. Αν εξετάσετε τον πολιτικό λόγο του ΠΑΣΟΚ πριν από το 1981, θα βρείτε αρκετές αναλογίες. Τα αριστερά κόμματα είναι προγραμματικώς «ιδεοκρατικά».

Γνωστική δυσαρμονία

Ο Μαραντζίδης έχει δίκιο: σε συνθήκες δημοκρατίας και ενσωμάτωσης σε ευρωπαϊκούς θεσμούς, η επαφή με την κυβερνητική διαχείριση τείνει να τα προσγειώνει. Οι ιδεολογικές εμμονές χαλαρώνουν, ο πραγματισμός εμφιλοχωρεί. Συνειδητοποιούν το «στρεβλό ξύλο» της ανθρώπινης φύσης. Οι ουτοπίες είναι οι βολικές παραμυθίες όσων δεν έχουν ευθύνες. Ωστόσο, δεν είναι απρόσκοπτη, ούτε «αναντίστρεπτη» η διαδικασία αλλαγής. Καθότι ιδεοκρατικά, τα αριστερά κόμματα καταλαμβάνονται από ιδεολογικούς σπασμούς όταν αναλαμβάνουν κυβερνητικές ευθύνες. Η κλασική διαμάχη διεξάγεται μεταξύ των «ρεαλιστών» και των «θεμελιωτιστών». Οι κυβερνητικές ευθύνες και το ένστικτο της οργανωσιακής επιβίωσης τείνουν να ενισχύουν τους «ρεαλιστές».

Η υπογραφή του τρίτου μνημονίου είχε στρατηγικές συνέπειες για τον ΣΥΡΙΖΑ – τον έθεσε σε τροχιά απρόθετης μετάλλαξης. Δεν ήταν εμπρόθετη επιλογή η υπογραφή του μνημονίου. Σύρθηκε σε αυτή γιατί η εναλλακτική ήταν χειρότερη. Υπέγραψε κάτι που δεν πίστευε. Φάνηκε γρήγορα. Στις εκλογές του Σεπτεμβρίου 2015, μιλούσε για «παράλληλο πρόγραμμα» και «εκβιασμό». Η υπογραφή του μνημονίου προβλήθηκε ως «τακτικός και πρόσκαιρος συμβιβασμός» τον οποίο υποχρεώθηκε να κάνει ώστε «να συνεχίσει να αγωνίζεται με στρατηγικό στόχο τον σοσιαλισμό». Ρητορικά θραύσματα του προμνημονιακού εαυτού. Η ανάγκη συνέχειας της οργανωσιακής ταυτότητάς του επέβαλλε το αντίστοιχο αφήγημα, αν και η πρακτική του ήταν πλέον διαφορετική.

Από τον Ιούλιο 2015 και μετά, ο κυβερνητικός ΣΥΡΙΖΑ υποφέρει από «γνωστική δυσαρμονία»: υποχρεώθηκε να δρα με τρόπο που αντιβαίνει σε βασικές αξίες του. Στο κλασικό βιβλίο του «Θεωρία Γνωστικής Δυσαρμονίας», ο Λίον Φέστινγκερ υποστηρίζει ότι τα άτομα νιώθουν την ανάγκη της εσωτερικής συνοχής (να συμβαδίζουν οι πεποιθήσεις και οι δράσεις) προκειμένου να διασφαλίζουν την ψυχική τους σταθερότητα. Οταν η συνοχή μειώνεται, νιώθουν άβολα και, για να περιορίσουν τη δυσαρέσκειά τους, αναθεωρούν τα νοητικά τους σχήματα. Κάτι παρόμοιο ισχύει και με τα κόμματα. Η μνημονιακή διαχείριση αναγκαστικά μεταβάλλει τη γλώσσα και, ανεπίγνωστα στην αρχή, τη σκέψη του ΣΥΡΙΖΑ, έτσι ώστε αυτή να εναρμονιστεί καλύτερα με την εμπειρία της μνημονιακής διαχείρισης. Η διαδικασία είναι επισφαλής και μη γραμμική. Για να ολοκληρωθεί επιτυχώς, χρειάζεται εμπνευσμένη και εκλεπτυσμένη ηγεσία.

Περί «σοσιαλδημοκρατίας»

Σημαίνει η απάλυνση της γνωστικής δυσαρμονίας ότι ο ΣΥΡΙΖΑ μετατρέπεται σε ένα σοσιαλδημοκρατικό κόμμα; Οσο «σοσιαλδημοκρατικό» έγινε το ΠΑΣΟΚ του κρατισμού, του πελατειακού κράτους, και της κομματικής χειραγώγησης των θεσμών τα τελευταία είκοσι χρόνια. Οι πολιτικές μεταλλάξεις παίρνουν μορφή στο καλούπι των εγχώριων συμφραζομένων – η πολιτική, αναπόφευκτα, είναι τοπική υπόθεση. Το λεξιλόγιο περί «σοσιαλδημοκρατίας» δεν φωτίζει επαρκώς την ελληνική ιδιαιτερότητα.

Η σοσιαλδημοκρατία δεν ρίζωσε ιστορικά στην Ελλάδα. Το αξιοσημείωτο στα καθ’ ημάς είναι ότι οι αξίες της αλληλεγγύης και της κοινωνικής δικαιοσύνης, όπως προέκυψαν στη Βόρεια Ευρώπη στον 20ό αιώνα, διηθούνται από τα ιστορικώς εμπεδωμένα φίλτρα του λαϊκισμού, του πελατειακού κράτους και της θεσμικής καχεξίας. Αυτή είναι η ελληνική ιδιομορφία. Οσο η πολιτική μας συζήτηση είναι καθηλωμένη στα αυτονόητα (π.χ. αξιοκρατία, αποκομματικοποίηση του κράτους, διαχειριστική εντιμότητα, κ.λπ.) τόσο οι ιδεολογικές μας διαφορές δεν θα αποκτήσουν τον εκλεπτυσμένο χαρακτήρα που έχουν στις ώριμες ευρωπαϊκές δημοκρατίες. Η συζήτηση περί «σοσιαλδημοκρατίας» είναι παραπλανητική σε μια χώρα με προνεωτερικούς εθισμούς – που ακόμα διορίζει συγγενείς και φίλους στο κράτος, και κρίσιμες επιλογές στην Αστυνομία και στη Δικαιοσύνη μαγειρεύονται στα κόμματα.

Ο ΣΥΡΙΖΑ αλλάζει – εκ των πραγμάτων, όχι εμπρόθετα. Οπως άλλαξε το κάποτε «ριζοσπαστικό» ΠΑΣΟΚ. Η αλλαγή δεν είναι υπόθεση «όλα ή τίποτα». Τα κόμματα είναι πολυφωνικοί οργανισμοί. Η εξελισσόμενη ταυτότητα του ΣΥΡΙΖΑ θα εξακολουθεί να ενσωματώνει αντιφατικά στοιχεία – καταγωγικό αριστερισμό, κυβερνητικό πραγματισμό, ελληνικό λαϊκισμό και ευρωπαϊκό προοδευτισμό. Το ερώτημα είναι: σε μεταμνημονιακές συνθήκες, διαθέτει τον κατάλληλο μαέστρο να μετατρέψει την κακοφωνία σε αρμονία; Αν τον βρει, θα προχωρήσει. Αν δεν τον βρει, θα παλινδρομήσει.

* Ο κ. Χαρίδημος Κ. Τσούκας (www.htsoukas.com) είναι καθηγητής στα Πανεπιστήμια Κύπρου και Warwick.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ