Τάκης Θεοδωρόπουλος ΤΑΚΗΣ ΘΕΟΔΩΡΟΠΟΥΛΟΣ

Η απολογία μιας «παρακμής»

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Χ​​άρηκα ειλικρινώς όταν άνοιξα τον φάκελο που με περίμενε στο γραφείο μου και είδα ότι περιείχε τις «Μεταμορφώσεις του Αλάριχου» του Ρόδη Ρούφου από το βιβλιοπωλείο της Εστίας. Πρόκειται για την περίφημη συλλογή δοκιμίων που είχαν πρωτοεκδοθεί από τον «Ικαρο» το 1971. Η παλιά αυτή έκδοση περιφέρεται κάπου στο χάος της βιβλιοθήκης μου, πολλές φορές την είχα ψάξει για να ξαναδιαβάσω κάποιο από τα κείμενά της, πλην όμως, όπως συνήθως συμβαίνει, έπεφτα σε κάτι άλλο που το είχα ξεχάσει, το άρπαζα και έτσι οι έρευνες αναστέλλονταν. Επειδή δεν είμαι πανεπιστημιακός, αλλά κανονικός αναγνώστης, οι ορέξεις μου λειτουργούν κάπως σαν την επιθυμία κυοφορούσης γυναικός η οποία, εν μέσω της νυκτός, πεινάει αφόρητα για το πιο απίθανο φαγητό.

Ξαναδιάβασα, λοιπόν, την «Απολογία μιας παρακμής». Δοκίμιο που αναφέρεται στην ελληνιστική εποχή την οποία και υπερασπίζεται απέναντι στον αποκλεισμό που της έχει επιβάλει η σύγχρονη περί κλασικού αντίληψη, ως επίσης και η λατρεία του αρχαϊκού και του πρωτόγονου που επέβαλε ο μοντερνισμός. Κατ’ αρχάς ο Ρούφος εξηγεί τη δυσκολία της χρήσης του όρου «ακμή» –που περιγράφει κάτι οξύ– και «παρακμή» όταν δεν αναφέρεται σε πολιτικά καθεστώτα ή σε επιστημονικές ανακαλύψεις, αλλά στον πολιτισμό. Με τη νηφάλια γραφή που αναλαμβάνει την ευθύνη της ακρίβειας και της κυριολεξίας, ο Ρούφος υποστηρίζει ότι ο ελληνιστικός κόσμος δεν ήταν απλώς μια μηχανή διάδοσης του κλασικού ελληνισμού, αλλά δημιούργησε και τον δικό του ελληνισμό. Μπορεί η δημιουργία να έχασε την πυκνότητα που είχε στην πόλη-κράτος, βασικά στην Αθήνα, όμως εξακολουθούσε να χαράζει τους δρόμους της και στη λογοτεχνία, και στην τέχνη και στη φιλοσοφία. Κι αυτοί οι δρόμοι οδήγησαν στη Ρώμη, την οποία η νεοελληνική ιδεολογία αντιμετωπίζει ως απλό αντιγραφέα των Ελλήνων, παραγνωρίζοντας το γεγονός ότι γονιμοποίησε πολλές πλευρές των πνευματικών κατακτητών της. Η ποίηση του Κάτουλλου είναι ένα παράδειγμα της ρωμαϊκής γονιμότητας, όπως και ο «γραικύλος» Πλούταρχος, ή ο Μάρκος Αυρήλιος. Τα υπόλοιπα, σίγουρα πιο ενδιαφέροντα, υπάρχουν στο δοκίμιο το οποίο σας συνιστώ να διαβάσετε. Αναδεικνύει ένα σύνδρομο, χωρίς να αναφέρεται ευθέως σ’ αυτό, το οποίο, αν βρούμε την τόλμη να το αντιμετωπίσουμε, μπορεί να θεραπεύσει τη συστατική ψυχασθένεια του σύγχρονου ελληνισμού, τη σχέση του με την αρχαιότητά του.

Είναι τυχαίο ότι ο ελληνιστικός κόσμος υπήρξε η πρώτη ύλη της γονιμότερης ποιητικής διάνοιας που έβγαλε ο ελληνικός εικοστός αιώνας, του Καβάφη; (τον αναφέρει ο Ρούφος εννοείται). Γιατί αυτός συνομιλούσε με τέτοια οικειότητα με ό,τι εμείς θεωρούμε απλώς αδρανές υλικό μιας ιστορίας που γράφτηκε και δεν πρόκειται να ξαναγραφεί. Η στόχευση της σύγχρονης Ελλάδας στην απευθείας συνομιλία της με την κλασική εποχή, την εποχή της ακμής, και η αδιαφορία για ό,τι αυτή γέννησε, όπως η ελληνιστική ή η ρωμαϊκή περίοδος, έχουν δημιουργήσει όλα τα προβλήματα και στην εκπαίδευση αλλά και στη συλλογική συνείδηση, ή μάλλον στο συλλογικό μας ασυνείδητο. Εμείς, οι Νεοέλληνες, είμαστε απευθείας απόγονοι του Λεωνίδα, του Περικλή, του Αισχύλου και του Σοφοκλή. Δεν δεχόμαστε τίποτε λιγότερο. Αυτοί, όμως, έζησαν σε μια εποχή ακμής, και έτσι δημιούργησαν ό,τι δημιούργησαν. Εμείς που ζούμε σε μια εποχή παρακμής, πώς να το κάνουμε, είναι αδύνατον να δημιουργήσουμε κάτι δικό μας. Η καλύτερή μας. Παίρνουμε απαλλαγή από τη γυμναστική της δημιουργίας και για ξεκάρφωμα αποστηθίζουμε τίποτε απαρέμφατα και αορίστους δευτέρους. Και τα πετάμε στους Ευρωπαίους που δεν τα καταλαβαίνουν γιατί τα προφέρουν με ερασμιακή προφορά και είμαστε και οι πρώτοι.

Περίπου διακόσια χρόνια μετά την ίδρυση του κράτους που λέγεται Ελλάς και βγαίνει στον αφρό της Ιστορίας σαν την Αφροδίτη, ακόμη δεν έχουμε βρει τον τρόπο να διαχειριστούμε τις σχέσεις μας με το σπέρμα που μας γέννησε. Μήπως τα πράγματα θα ήταν απλούστερα, και γονιμότερα, αν δεχόμασταν επιτέλους, ότι οι πραγματικοί συνομιλητές μας είναι οι Ελληνες της «παρακμής» και τους διδάσκαμε στα σχολεία επειδή μοιράζονται τα ίδια ερωτήματα μαζί μας; – βλέπε Καβάφη. Στο κάτω κάτω στο Ηρώδειο γίνονται σύγχρονες παραστάσεις, ενώ το Θέατρο του Διονύσου υπάρχει μόνον ως μνημείο.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ