Κώστας Ιορδανίδης ΚΩΣΤΑΣ ΙΟΡΔΑΝΙΔΗΣ

Tουρκικά παραλειπόμενα

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Η ​​υποβάθμιση της Τουρκίας στη βαθμίδα των χωρών με πιστοληπτική ικανότητα «σκουπίδια», από τον αμερικανικό οίκο αξιολογήσεως Standard&Poors, καταδεικνύει ότι ο πρόεδρος Ταγίπ Ερντογάν δεν έχει να αντιμετωπίσει μόνον τους εσωτερικούς πολιτικούς του αντιπάλους, στις επικείμενες εκλογές της 24ης Ιουνίου, ή την άκρως αρνητική στάση ορισμένων ισχυροτάτων ηγετών της Ευρωπαϊκής Ενωσης, αλλά και ένα τμήμα του διεθνούς οικονομικού κατεστημένου.

Ενόχλησε πολύ ο κ. Ερντογάν και ιδιαίτερα η σύμπλευσή του –αδιευκρίνιστη ως προς το βάθος της– με τη Ρωσία του Βλαντιμίρ Πούτιν, αλλά και το Ιράν. Νουθεσίες, πιέσεις, θορυβώδεις επικρίσεις σε διαφόρους τόνους διατυπώθηκαν κατά καιρούς από ηγέτες της Ευρώπης και θεσμικά όργανα της Ε.Ε.

Δεν είναι, συνεπώς, παράδοξο ότι ο χρόνος που επελέγη από την S&P για να απαξιώσει αιφνιδίως την πιστοληπτική ικανότητα αυτής της χώρας να εξυπηρετούσε και κάποιες άλλες σκοπιμότητες, δεδομένου ότι ο κ. Ερντογάν οφείλει τη δημοτικότητά του στο γεγονός ότι παρέλαβε μία Τουρκία οικονομικώς εξαθλιωμένη και την ενέταξε στους G-20 – στην ομάδα των οικονομικώς ισχυροτέρων κρατών.

Δεν ενδιαφέρει θεωρητικώς κανέναν εχέφρονα πολίτη της Ελλάδος –ή και πολιτικό της χώρας μας– ποιος θα είναι ο νικητής των εκλογών της 24ης Ιουνίου στην Τουρκία. Αν και είναι περίπου βέβαιο πως σε περίπτωση που κατισχύσει ο όποιος αντίπαλος του κ. Ερντογάν, η πορεία των ελληνοτουρκικών σχέσεων θα είναι πιθανότατα πιο προβληματική, αφού οι σύμμαχοί μας θα σπεύσουν να στηρίξουν εκθύμως το νέο καθεστώς. Από την άποψη αυτή, δεν είναι απολύτως συμβατές ενδεχομένως οι επιδιώξεις των εταίρων μας, εν σχέσει πάντοτε με την Τουρκία, με τα ειδικά συμφέροντα –γεωγραφικά και ιστορικά– της χώρας μας.

Κάποιοι στην Αθήνα αναθάρρησαν από το γεγονός ότι ο νέος προϋπολογισμός της Ε.Ε. προβλέπει αύξηση των κονδυλίων για την κοινή άμυνα και για τη φύλαξη των ευρωπαϊκών συνόρων. Δεν θα ήταν σκόπιμο να λησμονείται, όμως, ότι από την εξαγγελία έως την εφαρμογή της όποιας ευρωπαϊκής «στρατηγικής» μεσολαβεί δυσανάλογα πολύς χρόνος.

Πέραν τούτου, όλες οι ενδείξεις δείχνουν, προς το παρόν, ότι η Ευρωπαϊκή Ενωση αυτοπεριορίζεται και προσλαμβάνει χαρακτήρα μάλλον περιφερειακό. Για μια μεγάλη δύναμη όμως –όπως αυτοπροσδιορίζεται η Ενωση– το γεγονός αυτό αποτελεί τεράστιο μειονέκτημα. Αντίθετα, οι Ηνωμένες Πολιτείες του προέδρου Ντόναλντ Τραμπ ακολουθούν πολιτική παγκόσμιας εμβέλειας δίχως να λαμβάνουν υπ’ όψιν τις ευρωπαϊκές «ευαισθησίες» ή να αγωνίζονται να πείσουν τους εταίρους τους, όπως συνέβαινε επί της προεδρίας του Μπιλ Κλίντον ή ακόμη και του Τζορτζ Μπους.

Τέλος, ενόψει της εξόδου της από την Ε.Ε., και η Βρετανία επιχειρεί να θέσει σε εφαρμογή παρόμοια στρατηγική, δίδοντας έμφαση στην καλλιέργεια διμερών σχέσεων με τις χώρες της Ευρώπης και αξιοποιώντας τους δεσμούς της με τις χώρες της Κοινοπολιτείας. Εάν το επιχειρούσε μόνη θα ήταν δυσχερέστατο, αλλά σε συνδυασμό με την επικρατούσα τάση στην Ουάσιγκτον είναι μία ενδιαφέρουσα προοπτική. Ο ρόλος της Τουρκίας σε αυτή τη νέα δυναμική που αναπτύσσεται θα είναι κρίσιμος, και αυτό είναι κάτι που αφορά άμεσα την Ελλάδα.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ