ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Από την αναλογική στην ψηφιακή εποχή, η ελληνική καρτ ποστάλ αφηγείται την ιστορία της.

Το 1865, ο ανώτερος υπάλληλος των Πρωσικών Ταχυδρομείων Heinrich von Stephan εισηγήθηκε στην υπηρεσία του μια άκρως πρωτότυπη ιδέα για τα δεδομένα της εποχής: τη χρήση ενός χαρτονιού για γραπτή επικοινωνία, το οποίο στη συνέχεια θα μπορεί να ταχυδρομείται χωρίς φάκελο.  Πράγματι, τον Οκτώβριο του 1869 οι πρώτες καρτ ποστάλ είναι γεγονός. Η απόφαση σοκάρει την υψηλή κοινωνία στη Μεγάλη Βρετανία και στη Γαλλία εξαιτίας της «έλλειψης ιδιωτικότητας»· θεωρούνταν απρεπές να στέλνονται μηνύματα που ο καθένας –μέχρι και οι υπηρέτες– μπορούσε να διαβάσει. Αντιδράσεις προκάλεσε και η χαμηλή τιμή τους. «Αν δεν δώσεις τουλάχιστον μία δεκάρα για το μήνυμα, τότε δεν αξίζει να το στείλεις καθόλου», γράφει η Naomi Schor στο βιβλίο της «Cartes Postales: Representing Paris 1900». Όμως, η καρτ ποστάλ ήρθε για να μείνει, αλλάζοντας τη μορφή της επικοινωνίας.

ΤΟ FACEBOOK ΤΟΥ ΠΑΛΙΟΥ ΚΑΙΡΟΥ
Η καρτ ποστάλ κάλυψε την ανάγκη ενός οικονομικού και γρήγορου τρόπου για την αποστολή σύντομων, απλών μηνυμάτων. Ο γραφίστας και τυπογραφικός σχεδιαστής Γιάννης Καρλόπουλος συλλέγει εδώ και πάνω από μία δεκαετία καρτ ποστάλ.


Στην έκθεση «Νέα από το παρελθόν» ο Γιάννης Καρλόπουλος πειραματίστηκε με παλιές καρτ ποστάλ.

Αυτού του είδους οι συλλογές, εξάλλου, είναι οι τρίτες πιο δημοφιλείς στον κόσμο, μετά τα γραμματόσημα και τα νομίσματα. «Με ενδιαφέρουν κυρίως οι γραμμένες καρτ ποστάλ, οι ταχυδρομημένες. Εκείνες που έχουν αποστολέα και παραλήπτη. Η καρτ ποστάλ είναι καταρχήν επικοινωνία. Ήταν ένα είδος Facebook για ένα πολύ μεγάλο διάστημα της σύγχρονης ιστορίας μας. Στη μία όψη της υπάρχει εικόνα, ενώ στην πίσω πλευρά χειρόγραφες λέξεις και ένα γραμματόσημο. Σε αυτό το κομμάτι χαρτί συμπυκνώνονται τρία πράγματα: ο τόπος, το άτομο και η κοινωνία αντίστοιχα».

Η επικοινωνιολόγος Χριστίνα Μπονάρου, διδάκτωρ του Τμήματος Επικοινωνίας, Μέσων και Πολιτισμού του Παντείου Πανεπιστημίου και συγγραφέας του βιβλίου «Οπτικός πολιτισμός και τουρισμός: Αναπαραστάσεις της Ελλάδας στις τουριστικές καρτ ποστάλ» (εκδόσεις Παπαζήση), εξηγεί: «Οι καρτ ποστάλ έγιναν τόσο δημοφιλείς γιατί ήταν φθηνές στην παραγωγή, στην πώληση και στην αγορά. Κατά τη διάρκεια της “χρυσής” εποχής τους υπολογίζεται ότι στάλθηκαν συνολικά περίπου 200 δισεκατομμύρια ανά τον κόσμο, ενώ επίσης υπήρξαν κάρτες που αγοράστηκαν και φυλάχτηκαν από την αρχή–άγραφες και καινούργιες– σε άλμπουμ, είτε ως συλλεκτικά αντικείμενα είτε ως ενθύμια. Δεν θα ήταν υπερβολή να πούμε ότι ο αριθμός των καρτ ποστάλ που ποτέ δεν στάλθηκαν είναι ελάχιστα μικρότερος από τον εντυπωσιακό αριθμό των καρτών που διακινήθηκαν μέσω ταχυδρομείου. Μάλιστα, τα φωτογραφικά στούντιο, έχοντας αντιληφθεί το μέγεθος του ενδιαφέροντος γι’ αυτές, τύπωναν αριθμημένες σειρές καρτ ποστάλ».

Η ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΠΑΡΑΓΩΓΗ
Η γέννηση της φωτογραφίας το 1839 συνέπεσε με την «έξαρση» του ευρωπαϊκού περιηγητισμού, και η Αθήνα με τα ιστορικά της μνημεία ήταν, φυσικά, το απόλυτο φωτογραφικό θέμα. Χαρακτηριστική είναι η διαφήμιση της Kodak του 1929, που απεικονίζει μια ευκατάστατη κυρία, μέσα σε σπορ αυτοκίνητο, να φωτογραφίζει έναν φουστανελοφόρο τσέλιγκα, ο οποίος ποζάρει χαιρετώντας με την γκλίτσα του. Οι ταξιδιωτικές φωτογραφίες της Ελλάδας είναι ξεκάθαρα ο πρόδρομος των καρτ ποστάλ ή ταχυδρομικών δελταρίων, όπως ονομάζονται στα ελληνικά.

Οι πρώτες καρτ ποστάλ κυκλοφορούν στην Ελλάδα γύρω στο 1893, ενώ στις αρχές του 1900 ξεκινά και η εγχώρια παραγωγή. Από τους πρώτους Έλληνες εκδότες ήταν ο Μάρκος Κρικελλής από την Τήνο, που το 1890 προσκάλεσε δύο Γερμανούς φωτογράφους να φωτογραφίσουν τα χωριά του νησιού, ο Ηλίας Κυριαζόπουλος, ιδιοκτήτης βιβλιοχαρτοπωλείου στην Ερμούπολη, και ο Φραγκούλης Καλουτάς, επίσης από τη Σύρο, ο οποίος μάλιστα έστελνε τον φωτογράφο του και σε άλλα νησιά, όπως στην Άνδρο, στη Μήλο, στη Μύκονο, στη Σαντορίνη κ.α. Εκατοντάδες καρτ ποστάλ τύπωσαν και οι Αθηναίοι εκδότες Πάλλης και Κοτζιάς, ο Ελευθερουδάκης, ο Αλεξάκης, οι Γκινάκος-Μαργαρίτης και αρκετοί ξένοι, όπως ο Umberto Adimolfi από τη Μάλτα, ενώ σπουδαία περίπτωση υπήρξε και ο Στέφανος Στουρνάρας από τον Βόλο, με έξοχες χρωμολιθόγραφες κάρτες στις αρχές του αιώνα.

Από τα πρώτα της κιόλας βήματα, η φωτογραφία συνδέθηκε με το ταξίδι, διαμορφώνοντας τον τουριστικό λόγο και δημιουργώντας ταξιδιωτικές επιθυμίες. «Τηρουμένων των αναλογιών, οι καρτ ποστάλ εκείνης της περιόδου, όπως τα σύγχρονα social media, αποσκοπούσαν επίσης στην ενίσχυση των κοινωνικών σχέσεων, καθώς αποστέλλονταν σχεδόν τελετουργικά σε αγαπημένα πρόσωπα, αλλά και σε πρόσωπα που ο αποστολέας ήθελε να εντυπωσιάσει. Αν οι καρτ ποστάλ λειτουργούσαν τότε ως ένδειξη status, προσδίδοντας κύρος στον πολυταξιδεμένο αποστολέα, αυτόν τον ρόλο φαίνεται ότι σήμερα εκπληρώνουν τα φωτογραφικά posts στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Επομένως, όσες καρτ ποστάλ στέλνονται στις μέρες μας είναι, ίσως, με κάποια διάθεση νοσταλγίας», περιγράφει η κ. Μπονάρου. Οι τουρίστες πράγματι εξακολουθούν να στέλνουν κάρτες από το Ταζ Μαχάλ, την Κόκκινη Πλατεία και τον Πύργο του Άιφελ, κυρίως ως πιστοποιητικό γνησιότητας του «ήμουν και εγώ εκεί».

ΚΙΟΝΕΣ, ΝΗΣΙΑ ΚΑΙ ΓΑΪΔΟΥΡΑΚΙΑ
Η νεότερη ιστορία της ελληνικής καρτ ποστάλ ξεκινάει μετά το 1963. Η θεματολογία δεν αφορά πια μόνο τα αρχαία μνημεία. Η φύση, τα χωριά και τα νησιά, οι άνθρωποι με τα γαϊδουράκια τους δημιουργούν εκείνες τις εικόνες που θα ταυτιστούν με την Ελλάδα διεθνώς και τις προσεχείς δεκαετίες θα κυριαρχήσουν – ακόμα και όταν αυτή η Ελλάδα θα έχει πια χαθεί.


Οι πρώτες κάρτες των εκδόσεων Τουμπής ήταν με θέματα από τη Ρόδο.

Ο Μιχάλης Τουμπής, πρόεδρος της εκδοτικής εταιρείας Μ. Τουμπής Α.Ε., θυμάται: «To 1965 ξεκίνησα το πρώτο μου ατελιέ γραφικών τεχνών στην Αθήνα, με μαστόρους παιδιά από τη Σχολή Καλών Τεχνών. Όπως συνηθιζόταν εκείνη την εποχή, στα ατελιέ δούλευαν ζωγράφοι και καλλιτέχνες. Φτιάχναμε αφίσες για τον κινηματογράφο, εξώφυλλα, ετικέτες και διαφημιστικά. Οι ελάχιστες καρτ ποστάλ με ελληνικά τοπία που κυκλοφορούσαν τυπώνονταν στην Ιταλία. Αυτό μου έδωσε την ώθηση να πάρω τη φωτογραφική μου μηχανή και να αρχίσω να γυρίζω την Ελλάδα, για να απαθανατίσω γραφικά τοπία. Οι πρώτες μου ήταν με θέματα από τη Ρόδο. Χρόνο με τον χρόνο, τα θέματα αυξάνονταν και φτάσαμε στο σημείο να τυπώνουμε καρτ ποστάλ και για το πιο μακρινό ή μικρό σημείο της Ελλάδας. Τότε, φυσικά, δουλεύαμε με φιλμ». Οι εκδότες της εποχής αφήνουν ελεύθερους τους φωτογράφους τους και εκείνοι με τη σειρά τους βιώνουν τη φωτογράφιση σαν εξερεύνηση του τόπου (τους), ισορροπώντας ανάμεσα στην ανακάλυψη, την προσωπική τους αισθητική, αλλά και την –εμπορική– ανάγκη της σύνθεσης μιας «εθνικής» εικόνας.

ΑΝΑΤΡΕΠΟΝΤΑΣ ΤΑ ΣΤΕΡΕΟΤΥΠΑ
Η εικόνα της Ελλάδας που εδώ και δεκαετίες αγοράζουν οι τουρίστες αφορά την ένδοξη αρχαιότητα και τη γραφικότητα των νησιών. Και βέβαια, όπου χρειάζεται, η τεχνολογία επεμβαίνει, όπως μας εξηγεί ο κ. Τουμπής. «Ο τουρισμός είναι άρρηκτα δεμένος με την ιστορία της καρτ ποστάλ. Φυσικά, τα τεχνικά μέσα του 1960 και του 1970 δεν έχουν καμία σχέση με τα σημερινά. Η επεξεργασία τότε γινόταν με κραγιόν πάνω στην πέτρα και μετά στον τσίγκο. Σήμερα, με τις ψηφιακές μηχανές και το photoshop διορθώνουμε την εικόνα. Μια πανέμορφη παραλία που έχει σκουπίδια άλλοτε δεν θα μπορούσαμε να τη φωτογραφίσουμε, ενώ πλέον αυτό είναι εφικτό».


Στη σειρά «Zorbas is Missing» ο Γ. Καρλόπουλος «πειράζει» vintage καρτ ποστάλ.

Με αυτήν ακριβώς τη στυλιζαρισμένη οπτική πειραματίστηκε ο Γιάννης Καρλόπουλος και παρουσίασε τον περασμένο Ιανουάριο στον Φωταγωγό την έκθεση «Νέα από το παρελθόν». Παλιές καρτ ποστάλ τεμαχίζονται, ανασυγκολλούνται και τελικά ανασχηματίζονται σε κάτι νέο, δημιουργώντας και αποζητώντας μια νέα θέαση. Από την άλλη, στη σειρά «Zorbas is Missing» –παραγωγή και εκτύπωση με μεταξοτυπία σε πραγματικές vintage καρτ ποστάλ των δεκαετιών 1960-1970– ο Καρλόπουλος «πειράζει» μηνύματα στερεοτυπικού ύφους, προκειμένου να ανατρέψει ειδυλλιακά στιγμιότυπα. Έτσι, την εικόνα του νυχτερινού Ηρωδείου επισκιάζει η «είδηση» πως «Ο Ζορμπάς αγνοείται» ή σε άλλες ότι «Ο μουσακάς τελείωσε» (No Moussaka Today).

«Χρησιμοποιώ τις καρτ ποστάλ ως μια επικοινωνιακή πρώτη ύλη για να δημιουργήσω κάτι νέο. Να επανασυστήσω, να υπενθυμίσω. Δεν είμαι όμως καλλιτέχνης. Κάνω έργα γραφικών τεχνών, απλά, σε περιορισμένη παραγωγή και για μικρό διάστημα κυκλοφορίας της κάθε σειράς», εξηγεί. Ωστόσο, το ερώτημα παραμένει: Τι σχέση έχει η καρτ ποστάλ με την πραγματική Ελλάδα; «Η καρτ ποστάλ κατηγορείται ως κάτι ευτελές και ότι αναπαράγει κλισέ. Ε, και; Πόσο διαφορετικό είναι αυτό από τις ωραιοποιημένες εικόνες που ανεβάζουμε στο Instagram;»

Όμως, ο τουρισμός είναι, μεταξύ άλλων,  και πολιτισμική διάδραση, και σε αυτή τη σχέση τα ενθύμια είναι τα «λάφυρα» της εμπειρίας. Είναι οι ελληνικές καρτ ποστάλ που κυκλοφορούν σήμερα τέτοια πιστοποιητικά αυθεντικότητας; Πόσες επαναλήψεις του ηλιοβασιλέματος της Σαντορίνης ή της αεροφωτογραφίας από το Ναυάγιο της Ζακύνθου μπορεί να αντέξει ένας τουρίστας;


Από το πρότζεκτ «Neo Grec» της Δανάης Κωνσταντίνου.

Η Δανάη Κωνσταντίνου, δημιουργός του πρότζεκτ «Neo Grec» –μιας σειράς σουβενίρ, τις εικόνες των οποίων συνθέτουν χαρακτήρες, σύμβολα και στερεότυπα για την Ελλάδα, δοσμένα μέσα από μια ανατρεπτική ματιά με σύγχρονη αισθητική και μια γερή δόση χιούμορ και αυτοσαρκασμού–, απαντά: «Συλλέγω εδώ και πολλά χρόνια καρτ ποστάλ, οπότε εκτιμώ την καλτ αισθητική τους αξία. Αυτό που με ενοχλεί όμως είναι η έλλειψη ποικιλίας θεμάτων και οι κακές εκτυπώσεις. Πιστεύω ότι, δυστυχώς, δεν είναι εύκολο να απαλλαγούμε από τα εθνικά στερεότυπα. Αυτό που μπορούμε να κάνουμε είναι να τα χρησιμοποιήσουμε προς όφελός μας, να τα αποδομήσουμε, να τα επαναπροσδιορίσουμε και να τα αποδεχτούμε ως κομμάτι της εθνικής μας ταυτότητας». Με αυτό το σκεπτικό οι καρτ ποστάλ του «Neo Grec» απεικονίζουν έναν δασύτριχο λουόμενο, το άγαλμα του Πλάτωνα με RayBan γυαλιά, έναν ημίγυμνο άντρα με τσαρούχια να διαβάζει την αθλητική εφημερίδα «Φως» και να πίνει φραπέ.


To έτος 2000 οι εκδόσεις Τουμπής πούλησαν 7 εκατ. κάρτες. Το 2017 οι πωλήσεις μόλις που άγγιξαν τα 2,5 εκατ.

Πόση ζήτηση έχουν όμως στην ψηφιακή εποχή; Ο κ. Τουμπής επιβεβαιώνει την πτώση. «Φυσικά και έχει μειωθεί πολύ η αγορά καρτ ποστάλ. Αλλά υπάρχει μια σημαντική διαφορά που πρέπει να αναφέρουμε. Παλαιότερα τυπώναμε λίγα θέματα για κάθε περιοχή, αλλά σε πολύ μεγάλες ποσότητες. Σήμερα τυπώνουμε πολύ περισσότερα θέματα, αλλά σε πολύ μικρότερες ποσότητες. To έτος 2000 πουλήσαμε 7 εκατ. κάρτες, ενώ το 2017 οι πωλήσεις  μας μόλις που άγγιξαν τα 2,5 εκατομμύρια...»

Online

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

ΑΡΧΕΙΟ