ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Συναίνεση για μεταρρυθμίσεις και δημοσιονομική σταθερότητα

ΕΙΡΗΝΗ ΧΡΥΣΟΛΩΡΑ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Την ώρα που ο πρωθυπουργός κλιμακώνει την ένταση στο πολιτικό πεδίο και η κυβέρνηση αρνείται τον διάλογο με την αντιπολίτευση για το περιεχόμενου του «ολιστικού» της σχεδίου ανάπτυξης, το Γραφείο Προϋπολογισμού του Κράτους στη Βουλή, υπό τη νέα του σύνθεση, με συντονιστή τον Φραγκίσκο Κουτεντάκη, ζητάει την εξασφάλιση μιας ελάχιστης συναίνεσης πάνω σε ένα στρατηγικό σχέδιο μακράς πνοής, που εκ των πραγμάτων θα υπερβαίνει τη θητεία μιας κυβέρνησης, όπως αναφέρει. Στην πρώτη του τριμηνιαία έκθεση, που παρουσίασε χθες, ο τέως γενικός γραμματέας Δημοσιονομικής Πολιτικής αναφέρει ακόμη ότι «απαιτείται μια αξιόπιστη δέσμευση ότι δεν θα επαναληφθούν οι πρακτικές του παρελθόντος», ότι προτεραιότητα πρέπει να είναι η διατήρηση της δημοσιονομικής σταθερότητας, ότι οι μεταρρυθμίσεις πρέπει να συνεχιστούν με φιλόδοξο τρόπο.

Η έκθεση επιχειρεί να κινηθεί σε πλαίσιο γενικής αποδοχής, αν και αποφεύγει αιχμηρές αναφορές σε θέματα που θα μπορούσαν να ενοχλήσουν την κυβέρνηση, όπως η υπερφορολόγηση. Ετσι, για τα υπερπλεονάσματα σημειώνει ότι αποτελούν θετικό μήνυμα για τη διεθνή αξιοπιστία της χώρας, αλλά και ότι αφαίρεσαν πόρους από τον ιδιωτικό τομέα της οικονομίας και συνεπώς η επίτευξή τους «ισοδυναμεί με την υιοθέτηση υπέρ το δέον περιοριστικής δημοσιονομικής πολιτικής».

Στο πνεύμα της συναίνεσης που επικαλείται, η έκθεση αναγνωρίζει, επίσης, ότι «η ολοκλήρωση του προγράμματος και η εξάλειψη των εξωτερικών ανισορροπιών της ελληνικής οικονομίας υπήρξε το αποτέλεσμα μεταρρυθμίσεων και προσπαθειών διαδοχικών κυβερνήσεων τα τελευταία οκτώ χρόνια και σημαντικών επιβαρύνσεων για τους πολίτες της χώρας».

Προσθέτει, εξάλλου ότι «η αποκατάσταση της μακροοικονομικής και δημοσιονομικής ισορροπίας δεν συνεπάγεται το τέλος της προσπάθειας ούτε υπάρχουν περιθώρια εφησυχασμού».

Σε αντίθεση με τα κυβερνητικά σενάρια περί καθαρής εξόδου, το Γραφείο αφήνει να εννοηθεί ότι η εποπτεία που θα ακολουθήσει δεν θα είναι ακριβώς όπως των άλλων χωρών. Συγκεκριμένα, σημειώνει ότι το επίσημο πλαίσιο για την «άσκηση εποπτείας μετά το πρόγραμμα» του Κανονισμού 472/2013 δεν είναι ιδιαίτερα λεπτομερές και ότι «οι ακριβείς όροι θα καθοριστούν από την πολιτική διαπραγμάτευση που θα ολοκληρωθεί τους επόμενους μήνες».

Επίσης, κάνει αναφορά στη ρύθμιση χρέους υπό όρους, που ζητάει η Γερμανία, σημειώνοντας ότι για τους δανειστές το ζητούμενο είναι «ένα αποτελεσματικό σύστημα κινήτρων που θα εξασφαλίζει την υπεύθυνη στάση των μελλοντικών κυβερνήσεων». Το Γραφείο, πάντως, παίρνει τη θέση του ΔΝΤ και υποστηρίζει πως δεν πρέπει να είναι αυστηρή η αιρεσιμότητα, γιατί αυτό θα προκαλέσει αβεβαιότητα και θα αυξήσει το κόστος δανεισμού του ελληνικού Δημοσίου.

Η μεγαλύτερη πρόκληση

Μεσοπρόθεσμα, η σημαντικότερη πρόκληση που πρέπει να αντιμετωπιστεί, σύμφωνα με την έκθεση, είναι ο χειρισμός των προβληματικών αποθεμάτων (stocks) που δημιούργησε η κρίση στους ισολογισμούς της ελληνικής οικονομίας συνολικά (Δημόσιο, τράπεζες, επιχειρήσεις και νοικοκυριά).

Οι εγχώριες επιχειρήσεις και νοικοκυριά, σημειώνεται, έχουν οφειλές πάνω από 130 δισ. ευρώ περίπου προς το ελληνικό Δημόσιο (φορολογικές αρχές και ασφαλιστικά ταμεία) και άλλα 95 δισ. ευρώ στις τράπεζες από μη εξυπηρετούμενα δάνεια. Οσον αφορά τις οφειλές στην εφορία (περίπου 100 δισ. ευρώ) το Γραφείο σημειώνει ότι «το ληξιπρόθεσμο υπόλοιπο βρίσκεται σε ανησυχητικά υψηλό επίπεδο και συνεχίζει να αυξάνεται».

Το Γραφείο προτείνει να μπει τέλος στις γενικευμένες «ευνοϊκές» ρυθμίσεις που δημιουργούν κίνητρα καθυστέρησης πληρωμών και προσδοκίες ευνοϊκής αντιμετώπισης και αναβολής των προστίμων και να τυποποιηθούν οι διαδικασίες ρύθμισης των ληξιπρόθεσμων οφειλών.

Παράλληλα, το Δημόσιο έχει ληξιπρόθεσμες υποχρεώσεις σε ιδιώτες, οι οποίες άγγιξαν τα 6 δισ. ευρώ το 2015, για να υποχωρήσουν στη συνέχεια στα 3,3 δισ. ευρώ στο τέλος του 2017, με την εφαρμογή του προγράμματος εκκαθάρισης. Ωστόσο, το πρώτο τρίμηνο του 2018 καταγράφηκε νέα αύξηση κατά 95 εκατ. ευρώ.

Γενικά, πάντως, η βασική διαπίστωση της έκθεσης είναι ότι η οικονομία είναι σε καλή κατάσταση, αν και προβλέπει πως ο ρυθμός ανάπτυξης θα κινηθεί φέτος κοντά στο 2%, δηλαδή κάτω από το 2,3% της τελευταίας κυβερνητικής πρόβλεψης. Προειδοποιεί, όμως, ότι αν δεν επιτευχθούν υψηλοί και κυρίως διατηρήσιμοι ρυθμοί ανάπτυξης, τα επόμενα χρόνια, «η ανεργία θα μειώνεται με αργό ρυθμό, με αποτέλεσμα η ελληνική κοινωνία να ταλαιπωρείται για πολλά χρόνια από αυτό το μείζον κοινωνι-κό πρόβλημα...».

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ