Ground Euro

Η μείωση του κατώτατου μισθού, με την Πράξη Υπουργικού Συμβουλίου υπ’ αριθμόν 6 στα τέλη Φεβρουαρίου του 2012, έχει εξελιχθεί στα μάτια πολλών σε έμβλημα της κοινωνικής αναλγησίας της εποχής των μνημονίων. Με την εκτελεστική αυτή πράξη, την οποία απαίτησε η τρόικα ως μέτρο άμεσης τόνωσης της μισθολογικής ανταγωνιστικότητας της οικονομίας, ο κατώτατος μισθός βυθίστηκε από τα 751 στα 586 ευρώ (και 511 για νέους εργαζόμενους έως 25 ετών).

Η απόφαση αυτή επικρίθηκε εντονότατα. Οι πολέμιοί της την στηλίτευσαν τόσο επί της ουσίας - την επίδραση που θα είχε στην αγοραστική δύναμη και το βιοτικό επίπεδο ενός πολύ μεγάλου αριθμού εργαζομένων, αλλά και των ανέργων, των οποίων τα επιδόματα υπολογίζονται ως ποσοστό του κατώτατου μισθού - όσο και επί της διαδικασίας, για τον παραγκωνισμό των κοινωνικών εταίρων.

Τα συγκριτικά στοιχεία, όπως ισχύουν σήμερα (κάποια αποτυπώνονται στο παρακάτω διάγραμμα), δείχνουν ότι η Ελλάδα βρίσκεται κάπου στη μέση μεταξύ των χωρών της Ευρωζώνης στο ύψος του κατώτατου μισθού της. Το συγκρίσιμο μέγεθος δεν είναι τα 586 ευρώ, αλλά τα 684 (καθώς στον ιδιωτικό τομέα εξακολουθούν οι εργαζόμενοι να λαμβάνουν 14 μισθούς).

Το ποσό αυτό είναι σημαντικά χαμηλότερο από χώρες όπως η Ιρλανδία (1.614 ευρώ), το Βέλγιο (1.593 ευρώ), η Γαλλία και η Γερμανία (1.498 ευρώ). Είναι επίσης χαμηλότερο από την Ισπανία (859 ευρώ), τη Σλοβενία (843 ευρώ) και τη Μάλτα (748 ευρώ). Παραμένει ωστόσο οριακά υψηλότερο από την Πορτογαλία (677 ευρώ), παρά τις διαδοχικές αυξήσεις των τελευταίων τριών ετών στην ιβηρική χώρα, την οποία η ελληνική κυβέρνηση έχει επικαλεστεί ως μοντέλο για τις αυξήσει που θέλει να νομοθετήσει μετά τον Αύγουστο του 2018. Επιπλέον, ο κατώτατος μισθός στην Ελλάδα παραμένει κατά πολύ υψηλότερος από ανατολικοευρωπαϊκές χώρες όπως η Εσθονία (500 ευρώ) και η Σλοβακία (480 ευρώ), που έχουν κλείσει ραγδαία την ψαλίδα που τις χώριζε από τη χώρα μας σε κατά κεφαλή ΑΕΠ τα τελευταία χρόνια και απειλούν σύντομα να μας προσπεράσουν.     

Η οικονομική βιβλιογραφία τα τελευταία χρόνια έχει απομακρυνθεί από τη δογματική άποψη ότι η θεσμοθέτηση ή η αύξηση του κατώτατου μισθού αναγκαστικά συνεπάγεται μείωση της απασχόλησης. Ωστόσο, εξακολουθεί να θεωρείται δεδομένο ότι από ένα σημείο αυξήσεων και πέρα, οι αρνητικές επιπτώσεις στις θέσεις εργασίας είναι αναπόφευκτες. Το σημείο παραμένει εξαιρετικά δύσκολο να εντοπιστεί για μία οικονομία. Είναι ένας γρίφος που θα κληθεί σύντομα να λύσει η κυβέρνηση (παρακάμπτοντας κι αυτή, όπως και η κυβέρνηση Παπαδήμου, τους κοινωνικούς εταίρους). Ας ελπίσουμε ότι θα κινηθεί με οικονομικά και όχι πολιτικά κριτήρια.

Σχόλιο: Τα πραγματικά μεγέθη και οι προϋποθέσεις αύξησης

Του Χρήστου  Α. Ιωάννου*

Στο απλοϊκό αφήγημα σχετικά με τον κατώτατο μισθό,  οι «καλοί» θέλουν την αύξησή του,  για «να πέσει χρήμα στην αγορά» και «να ενισχυθεί η ζήτηση».  Αν κανείς ενδιαφερόταν σοβαρά για το θέμα  του κατωτάτου μισθού, όφειλε να το αντιμετωπίζει εξίσου σοβαρά.

Θα έπρεπε π.χ. να εξηγήσει πώς συμβιβάζεται η εξαγγελία αύξησης με την νομοθετημένη αύξηση της φορολόγησής του; Ο διαθέσιμος κατώτατος μειώθηκε  0,5% λόγω αύξησης  ασφαλιστικών εισφορών το 2016. Θα μειωθεί ραγδαία υπαγόμενος από 1.1.2020 (εκτός εάν η «διαπραγμάτευση» το φέρει νωρίτερα) σε φορολογία 20% (αντί του 0%) και με μειούμενη έκπτωση φόρου (βλ. αρθρ. 12 ν. 4472/2017). Αυτό είναι μεγάλη μείωση του διαθέσιμου κατώτατου μισθού, που ήδη υπάγεται σε 16% ασφαλιστικές εισφορές εργαζομένου. Η πολιτική αυτή μειώνει την εναπομείνασα δυνατότητα οικονομικής μεγέθυνσης, όπως συμβαίνει συνεχώς από το 2015 λόγω υπερφορολόγησης. 

Θα έπρεπε, περαιτέρω, να αποκτήσει καλύτερη επαφή με την πραγματικότητα. Τα στοιχεία  λένε ότι το 2015 μόλις το 0,15% των εργαζομένων πλήρους απασχόλησης  αμειβόταν με έως 600 ευρώ μηνιαίως. Τι συνέβη έκτοτε; Αυξήθηκαν όσοι αμειβόταν με έως 600 ευρώ; Και αν αυξήθηκαν, γιατί συνέβη αυτό;

Τρίτον,  η σοβαρή αντιμετώπιση του ζητήματος θα έπρεπε να υπερβεί το μοιρολόι που αναπαράγεται με αφορμή κάθε ανακοίνωση στατιστικών  (ΕΡΓΑΝΗ, ΕΦΚΑ)  για τους 400-500 χιλιάδες αμειβόμενους με λιγότερα του κατωτάτου των 586,08 ευρώ. Τα στοιχεία  λένε ότι απασχολούνται (ή εμφανίζονται ότι  απασχολούνται) μερικώς - κυρίως στους κλάδους του λιανικού  εμπορίου, του επισιτισμού, των λοιπών υπηρεσιών (της ευρείας ομάδας των «διεθνώς μη εμπορευσίμων προϊόντων και υπηρεσιών»). Γιατί οι χαμηλόμισθοι συγκεντρώνονται κυρίως σε αυτούς τους κλάδους; Μήπως σε αυτούς τους κλάδους, χαμηλής προστιθέμενης αξίας, οι υψηλές  ασφαλιστικές εισφορές δημιουργούν και υποδηλωμένη εργασία  ως μερική;

Επιπλέον, πρέπει να αναδειχθεί το γεγονός ότι, καίτοι  ο κατώτατος μισθός στην Ελλάδα αυξανόταν από το 2008  έως το 2011 για «να αυξηθεί η ζήτηση», την ίδια περίοδο το ΑΕΠ και το εισόδημα  μειωνόταν  και  η ανεργία  απογειωνόταν. Θα όφειλε να αναδείξει επίσης ότι η ελληνική οικονομία δεν πάσχει από  «έλλειψη ζήτησης»  αλλά από «έλλειψη προσφοράς». Υπάρχει ακάλυπτη εγχώρια ζήτηση  ύψους 21,5  δισ. ευρώ   που αποτυπώνεται στο εμπορικό έλλειμμα  του 2017,  και υπερ-πολλαπλάσια διεθνώς.  Η πολιτική για τους μισθούς (και για τον κατώτατο μισθό) πρέπει να  διευκολύνει την εγχώρια παραγωγή και την εγχώρια παραγωγική εργασία. Όχι να την καταβαραθρώνει αυξάνοντας τη φορολογική και ασφαλιστική επιβάρυνσή της και το μη μισθολογικό κόστος της εργασίας

Αξίζει να σημειωθεί ότι θεμελιώδεις κανόνες και αρχές για την ρύθμιση των κατωτάτων μισθών δεν έχουν κυρωθεί από την Ελλάδα. Μεταξύ αυτών είναι και η 131 Διεθνής Σύμβαση Εργασίας (του 1970), για την οποία δεν έχει ενδιαφερθεί κανείς επί 48 χρόνια.

Εξετάζοντας το πρόσφατο παρελθόν, βλέπουμε ότι η Ελλάδα είχε φθάσει να έχει το 2008  κατώτατο μισθό υψηλότερο κατά 13,4% της Ισπανίας, και έως το 2012, εν μέσω χρεοκοπίας της, είχε αυξήσει την διαφορά σε 17,1%! Έχει την αξία του να κατανοηθεί,  όπως έχουμε αναλύσει, το γιατί η Ιρλανδία, που πέρασε από μνημόνιο, μπορεί να έχει κατώτατο μισθό 1.613,95 ευρώ, ενώ η Πορτογαλία  έχει ακόμη ονομαστικό κατώτατο μισθό υπολειπόμενο της Ελλάδας (αλλά υψηλότερο της Ελλάδας μετά τις κρατήσεις φόρων και εισφορών).

Η πραγματικότητα που προκύπτει από τέτοιες αναλύσεις είναι ότι το ύψος των κατώτατων μισθών, αλλά και γενικότερα το ύψος των μισθών που μπορεί να έχει μια οικονομία, συνδέεται με την παραγωγή και την παραγωγικότητά της, και κυρίως με τον τομέα της οικονομίας της των «διεθνώς εμπορεύσιμων» αγαθών και υπηρεσιών.

* Ο κ. Χρήστος Ιωάννου είναι οικονομολόγος και διευθυντής του τομέα Απασχόλησης και Αγοράς Εργασίας στον ΣΕΒ.

Η «Κ» έγραψε:

«Με μοντέλο Πορτογαλίας η αύξηση του κατώτατου μισθού», 19.2.2018

http://www.kathimerini.gr/949254/article/oikonomia/ellhnikh-oikonomia/me-montelo-portogalias-h-ay3hsh-toy-katwtatoy-mis8oy

«Η “παγίδα” του κατώτατου μισθού» (άποψη), 29.1.2018

http://www.kathimerini.gr/945471/article/oikonomia/ellhnikh-oikonomia/apoyh-h-pagida-toy-katwtatoy-mis8oy

«Αποσύνδεση κατώτατου μισθού από συλλογικές διαπραγματεύσεις ζητεί ο ΣΕΒ», 10.1.2018

http://www.kathimerini.gr/942558/article/oikonomia/ellhnikh-oikonomia/aposyndesh-katwtatoy-mis8oy-apo-syllogikes-diapragmateyseis-zhtei-o-sev

«Τα...παιδιά ενός κατώτερου Θεού πλήρωσαν την κρίση», 22.11.2015

http://www.kathimerini.gr/839513/article/oikonomia/ellhnikh-oikonomia/ta-paidia-enos-katwteroy-8eoy-plhrwsan-thn-krish

Είπαν:

«Η κυβέρνηση δεν έκρυψε ποτέ τη θέση της ότι θα πρέπει να υπάρξει αύξηση του κατώτατου μισθού, καθώς η δική μας αντίληψη είναι πως δεν μπορεί να βασίζεται η ανάπτυξη στα συντρίμμια της εργασίας»

Έφη Αχτσιόγλου, 1.5.2018

«Οσο και να φαίνεται παράδοξο, η μείωση του κατώτατου μισθού θα οδηγήσει μεσοπρόθεσμα σε αύξηση της απασχόλησης και επομένως, στην ενίσχυση του μέσου εισοδήματος των εργαζομένων»

Λουκάς Παπαδήμος, ομιλία στη Βουλή, 12.2.2012

Online

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

ΑΡΧΕΙΟ